Νικόλαος Πλαστήρας

 

Ακούστε το κείμενο που ακολουθεί!

Αφήγηση: Ελένη Νασιάκου.


Μπρούτζινος έφιππος ανδριάντας του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα σε υπερφυσικό μέγεθος. Φιλοτεχνήθηκε από τον γνωστό γλύπτη Στέλιο Τριάντη το 1987. Ο Ν. Πλαστήρας (1883-1953) παριστάνεται επιβλητικός και στητός, με στρατιωτική περιβολή πάνω στη σέλλα του αλόγου του.  Με το αριστερό χέρι κρατά τα χαλινάρια και με το δεξί το γυμνό του σπαθί  σε στάση εφόδου και καλπασμού. Το άγαλμα στέκεται σε ψηλό βάθρο από πέτρες και θυμίζει βραχώδες τοπίο, πεδίο μάχης.

Η τοποθέτηση του γλυπτού στην πολυσύχναστη πλατεία που φέρει το όνομά του, εκφράζει την ιδιαίτερη εκτίμηση της γενέτειράς του προς τον  «μαύρο καβαλάρη», ήρωα της Μικράς Ασίας και αρχηγό της επανάστασης του 1922. Εκτός από στρατιωτικός, ο Νικόλαος Πλαστήρας υπήρξε και πολιτικός σε κρίσιμες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας, καθώς διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός στο διάστημα 1945-1953.

 

Ήξερες ότι…

  • ονομάστηκε Μαύρος καβαλάρης γιατί συνήθιζε να είναι έφιππος και προκαλούσε ιδιαίτερη εντύπωση με το βαθύ μελαχρινό χρώμα του προσώπου του;
  • η τεχνητή λίμνη, που φέρει το όνομά του στο οροπέδιο της Νεβρόπολης των Αγράφων, καθώς και ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός «Νεράιδα», ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή της λίμνης, σε υψόμετρο 1.150μ. ήταν δική του έμπνευση;

Τι άλλο σχετικό με τον Πλαστήρα μπορείς να δεις στην πόλη;

  • Τα προσωπικά του αντικείμενα και την καρδιά που έδωσε εντολή μετά το θάνατό του να δωριθεί στη γενέτειρά του. Εκτίθεται ως εικαστική εγκατάσταση του καλλιτέχνη Γιάννη Μιχαλούδη σε ξεχωριστή αίθουσα αφιερωμένη στη μνήμη του, στο Μουσείο Πόλης.
  • Τη μαρμάρινη προτομή του, έργο του γλύπτη Κλέαρχου Λουκόπουλου (1952) στο χώρο της Δημοτικής Αγοράς.

Περισσότερα για τον Μαύρο Καβαλάρη…

Γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1883. Μετά το γυμνάσιο κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Ως ενεργό μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου που οργάνωσε το Κίνημα στο Γουδί (1909) πρωτοστάτησε στην άνοδο του Ελ. Βενιζέλου στην εξουσία. Μετά την απoφοίτησή του από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, το 1912, έλαβε μέρος ως ανθυπολοχαγός στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και αργότερα στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου, αρχικά με το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας και αργότερα στο πλευρό των συμμάχων στη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Ως διοικητής του συντάγματος ευζώνων 5/42 συμμετείχε στην αποτυχημένη εκστρατεία κατά των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία το 1919 και αμέσως μετά στη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου πραγματοποίησε τη μοναδική συντεταγμένη υποχώρηση στον Τσεσμέ και από κει στη Χίο, σώζοντας χιλιάδες στρατιώτες και πρόσφυγες που τον ακολούθησαν.

Στην εξέγερση του στρατού που ακολούθησε, ο Πλαστήρας είχε αρχηγικό ρόλο, προβάλλοντας ως αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη και την έξωση του βασιλιά. Το δύσκολο έργο της Επαναστατικής Επιτροπής περιλάμβανε την αναδιοργάνωση του στρατού και την στέγαση και αποκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων μικρασιατών προσφύγων, γεγονός που επέσπευσε την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας. Στο πληγωμένο λαϊκό αίσθημα η επιτροπή απάντησε  με προσαγωγή των υπευθύνων της εθνικής τραγωδίας σε δίκη, γνωστή ως «δίκη των έξι», η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή τους.  Στο διάστημα 1924-1933 αποτραβήχτηκε από τα κοινά αφού μετά τις εκλογές του 1923 παρέδωσε την εξουσία στη Δ’ Συντακτική Συνέλευση, η οποία τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδας» και του απένειμε το βαθμό του αντιστρατήγου. Η αφοσίωσή του στον Ελ. Βενιζέλο τον οδήγησε αρκετές φορές στην εξορία. Συγκεκριμένα οΘ. Πάγκαλος τον εξόρισε στην Ιταλία, από την οποία επέστρεψε όταν εκείνος ανατράπηκε από τον Γ. Κονδύλη. Ύστερα από δύο αποτυχημένα κινήματα ο Πλαστήρας αυτοεξορίστηκε στην Ευρώπη το 1935.

Το Δεκέμβριο του 1944, επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 5 Ιανουαρίου 1945 ορκίστηκε για πρώτη φορά πρωθυπουργός ως πρόσωπο ευρείας αποδοχής. Εξαναγκάστηκε όμως σε παραίτηση, λίγους μήνες αργότερα, όταν δημοσιοποιήθηκε επιστολή του, με την οποία καλούσε την κυβέρνηση Μεταξά να συνθηκολογήσει με την Ιταλία. Παρέμεινε εκτός πολιτικής στο διάστημα του Εμφυλίου καταγγέλλοντας και τις δύο πλευρές και μιλώντας ανοιχτά για «Εμφύλιο Πόλεμο», όταν ο καθιερωμένος όρος ήταν «Συμμοριτοπόλεμος».

Ως αρχηγός ενός νέου πολιτικού σχηματισμού με το όνομα Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) και σημαία τη λήθη κυβέρνησε για μικρά χρονικά διαστήματα τη χώρα άλλες δυο φορές, το 1950 και το 1951. Παρά την πολιτική συνδιαλλαγής που ακολούθησε, η δεύτερη θητεία του στιγματίστηκε από την εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη. Η θητεία του συνδέθηκε επίσης με μέτρα για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, εθνικοποιήσεις, κοινωνικές παροχές και ψήφο στις γυναίκες. Πέθανε από έμφραγμα το καλοκαίρι του 1953, λίγους μήνες μετά την ήττα και τη διάσπαση του κόμματός του.


Ιστορικές πηγές  – ντοκουμέντα.

Ο Ν. Πλαστήρα με τον ναύαρχο Χατζηκυριάκο το 1922. Πάνω στη φωτογραφία η ιδιόχειρη σημείωση «Η Ελλάς θα ζήση»,  αντικατοπτρίζει το πνεύμα της εποχής.
Τα τέσσερα ορφανά που ο Πλαστήρας υιοθέτησε κατά την εκστρατεία στη Μικρά Ασία μαζί με την αδελφή του, Αγγελική Μπουμπάρα (δεξιά) και τη Ναυσικά Αναστασίου δίπλα τους, μπροστά στην είσοδο του οικογενειακού σπιτιού, στην Καρδίτσα, στη δεκαετία του 1920 (συλλογή Σακελλαρίου, Μουσείο Πόλης).

Σειρά παρασήμων και μεταλλίων του Ν. Πλαστήρα (από αριστερά προς δεξιά): Πολεμικός σταυρός β’ τάξεως 1916-1917, αριστείο ανδρείας 1913, μετάλλιο στρατιωτικής αξίας 1917, αναμνηστικά μετάλλια Ελληνοτουρκικού και Ελληνοβουλγαρικού πολέμου.
Η καρδιά του Ν. Πλαστήρα, μέρος μιας σύγχρονης εικαστικής εγκατάστασης, που συνδυάζει την έκθεση της αυθεντικής καρδιάς σε χρονοκάψουλα και της ‘αερόπλαστης‘ καρδιάς από το υλικό διαστημικής τεχνολογίας silicaaerogel. Στόχος του εκθέματος είναι να δοθεί έμφαση τον συμβολισμό της προσφοράς και στο όραμα που επιδιώκει να εμπνεύσει και όχι στη φθαρτή ύλη.
Στιγμιότυπα από την είσοδο του στρατού στην Αθήνα μετά το Κίνημα του 1922. Διακρίνονται ο Ν. Πλαστήρας έφιππος μαζί με άλλους, αξιωματικούς, πρωτεργάτες του κινήματος. Στη συνέχεια ο Πλαστήρας και άλλοι αξιωματικοί μιλούν από τον εξώστη κτηρίου, ενώ το πλήθος τους επευφημεί.