Τοπόσημα της πόλης της Καρδίτσας

ΒΑ τομέας
1. Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως («Πλατεία Δικαστηρίων»)
Έχει δεχτεί διαχρονικά τις περισσότερες χρήσεις και αλλαγές ονομασίας από κάθε άλλη πλατεία της πόλης. Στα όρια της χριστιανικής συνοικίας, του Βαρουσίου, στην ύστερη Τουρκοκρατία, ήταν ο χώρος όπου πραγματοποιούνταν το ζωοπάζαρο της εβδομαδιαίας αγοράς, απ’ όπου και η ονομασία «Ερμού» από το 1891.

Μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου, στο χώρο αυτό πραγματοποιούνταν το ζωοπάζαρο της εβδομαδιαίας αγοράς, η οποία καταλάμβανε ολόκληρο το κέντρο της πόλης. Η αρχική εμπορική χρήση της δικαιολογεί και την ονομασία της «Πλατεία Ερμού» από το 1891. Γύρω από την πλατεία υπήρχαν τα μεγαλοπρεπή νεοκλασικά του βουλευτή Μαλλιόπουλου, του δικηγόρου Παπαλόπουλου και το μέγαρο του βουλευτή Καζαμπάκα. Στο τελευταίο κατέλυσε ο στρατηγός Σούτσος, με την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη τον Αύγουστο του 1881 και εγκαταστάθηκαν οι τουρκικές αρχές κατοχής το 1897-98.
Η περιοχή συγκέντρωνε τις σημαντικότερες δημόσιες λειτουργίες της πόλης: στα δυτικά - πίσω από το σημερινό δικαστικό μέγαρο - στεγαζόταν κατά καιρούς το δημαρχείο και η εισαγγελία, στην προέκταση της οδού Πλαστήρα βρίσκονταν το φρουραρχείο και οι φυλακές, στη θέση του σημερινού δημαρχείου τα δημοτικά λουτρά - τα πρώτα σε θεσσαλική πόλη - από το 1901 και δυτικότερα η χωροφυλακή.
Στη δεκαετία του ’20, ο εμπορικός χαρακτήρας της πλατείας είχε ατονήσει και ο χώρος μπροστά στις φυλακές, με τον βρώμικο αυλακά, μετατράπηκε σε εστία μόλυνσης. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, η επιχωμάτωση του αυλακά και η κατασκευή χαλικοστρωμένων πεζοδρομίων τής προσέδωσαν πολιτισμένη όψη. Οι επεμβάσεις που διαμόρφωσαν τον σημερινό χαρακτήρα της συνδέονται με το όνομα του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ, μιας από τις σημαντικότερες ιστορικές φυσιογνωμίες της Καρδίτσας: το 1924 η οικία Μαλλιόπουλου μετατράπηκε σε επισκοπικό μέγαρο, διατηρώντας τον εκλεκτικιστικό χαρακτήρα της και μια δεκαετία αργότερα, στη θέση του οικοπέδου της Λαϊκής Βιβλιοθήκης «Η Αθηνά», το οποίο εξαγόρασε το Ελληνικό Δημόσιο, θεμελιώθηκε το δικαστικό μέγαρο, ένα τυπικό δείγμα δημόσιας αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’30, με έντονες νεοκλασικές επιρροές. Η έκτακτη φορολογία του «μεγαρόσημου» δεν εξασφάλισε τελικά τη χρηματοδότηση για την άμεση αποπεράτωσή του και η συγκυρία του πολέμου μετέθεσε την έναρξη της λειτουργίας του το 1954.
Η ονοματοθεσία της πλατείας ακολούθησε μεταπολεμικά την πολυτάραχη ιστορική συγκυρία: προς τιμήν των κυπρίων ηρώων «Μ. Καραολή & Ανδρ. Δημητρίου» το 1956, «Εθνικής Αντιστάσεως» μετά τη μεταπολίτευση, για να κυριαρχήσει τελικά στη συλλογική συνείδηση, σε πείσμα των κρατικών επιλογών, η ακατανίκητη εικόνα των «Δικαστηρίων».

2. Δικαστικό Μέγαρο
Θεμελιώθηκε το 1934 από τον Kαρδιτσιώτη υπουργό δικαιοσύνης Σπ. Ταλιαδούρο στη θέση οικοπέδου της Λαϊκής Βιβλιοθήκης «Η Αθηνά».

Θεμελιώθηκε το 1934 από τον Kαρδιτσιώτη υπουργό δικαιοσύνης Σπ. Ταλιαδούρο στη θέση οικοπέδου της Λαϊκής Βιβλιοθήκης «Η Αθηνά».
Το κτήριο είναι διώροφο, πλατυμέτωπο, σχήματος Π, με το τετράγωνο τυφλό τριώροφο κτίσμα των φυλακών στο εσωτερικό του. Η λιτή πρόσοψη μοιράζεται συμμετρικά με το υπερυψωμένο κεντρικό τμήμα της εισόδου και με επιβλητικό πρόπυλο. Επίστεψη με ακροκέραμα στα θυρώματα και επίχρισμα που μιμείται ισοδομική τοιχοποιία είναι τα μόνα, νεοκλασσικής έμπνευσης, διακοσμητικά αρχιτεκτονικά του στοιχεία.
Το έργο χρηματοδοτήθηκε προπολεμικά με τη γνωστή έκτακτη φορολογία του «μεγαρόσημου» από το ειδικό ταμείο ανεγέρσεως δικαστικών μεγάρων και φυλακών, όπως και σε αρκετές άλλες ελληνικές πόλεις. Λόγω της συγκυρίας του πολέμου, το κτήριο ολοκληρώθηκε το 1954, αφού πρώτα λειτούργησαν οι φυλακές από το 1948.

3. Μητροπολιτικό Μέγαρο
Στεγάζεται στην επιβλητική οικία του βουλευτή και μεγαλοκτηματία Δ. Μαλλιόπουλου. Κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και είναι από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής στην πόλη.

Στεγάζεται στην επιβλητική οικία του βουλευτή και μεγαλοκτηματία Δ. Μαλλιόπουλου. Κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και είναι από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής στην πόλη. Το κτήριο είναι διώροφο, με τουβλόκτιστη τοιχοποιία επιχρισμένη εξωτερικά, οδοντωτό γείσο ανάμεσα στους ορόφους, επίκρανα κορινθιακού ρυθμού και κομψούς καμπυλωτούς εξώστες, κατασκευασμένους από ολόσωμα τμήματα μαρμάρου με περίτεχνα δάπεδα και φουρούσια.
Το 1924 αγοράστηκε από την Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων με πρωτοβουλία του δραστήριου μητροπολίτη Ιεζεκιήλ για να μετατραπεί σε επισκοπικό μέγαρο διατηρώντας το νεοκλασικό ύφος του. Την ίδια εποχή προστέθηκε νέα πτέρυγα στα δυτικά. Η νέα προσθήκη, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στέγασε προσωρινά τη συλλογή εικόνων και εκκλησιαστικών κειμηλίων της Μητρόπολης.
Τμήμα της εκτίθεται σήμερα στις αίθουσες υποδοχής του πρόσφατα αναστυλωμένου μεγάρου (1996).
Το κτήριο είναι διώροφο, με τουβλόκτιστη τοιχοποιία επιχρισμένη εξωτερικά, οδοντωτό γείσο

4. Πλατεία Ελευθερίας (κεντρική)
Ήταν ανέκαθεν η κεντρική πλατεία, η καρδιά του εμπορικού κέντρου και ο κατεξοχήν χώρος δημόσιων θεαμάτων και κοινωνικής συνεύρεσης της πόλης.

Από «πλατεία της αγοράς» μετονομάστηκε σε πλατεία Ελευθερίας, όταν η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος, το 1881. Ήταν ανέκαθεν η κεντρική πλατεία της πόλης, την οποία διέσχιζε στα βόρεια ο σημαντικότερος εμπορικός δρόμος, η «μεγάλη οδός» (σημερινός πεζόδρομος Τερτίπη), στον άξονα Α-Δ, ο οποίος συνέδεε το άλλοτε κέντρο της περιοχής, το Φανάρι, με την πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, τη Λάρισα (απ’ όπου και η παλιότερη ονομασία «Λαρίσης»). Βρισκόταν στην καρδιά του εμπορικού κέντρου, το οποίο εκτεινόταν ανάμεσα στις σημερινές οδούς Ιεζεκιήλ, Χατζημήτρου, Διάκου και Καραϊσκάκη. Η ευθυγραμμισμένη πεταλόσχημη διαμόρφωσή της, με τις πολύτοξες στοές των καταστημάτων, οφείλεται στην αποτέφρωση όλων των ξύλινων καταστημάτων της αγοράς τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1881 και στο πολεοδομικό σχέδιο του 1882. Η χαλικόστρωσή της ήταν το πρώτο δημόσιο έργο που πραγματοποιήθηκε στην πόλη, τρία χρόνια μετά την προσάρτηση.
Στο χώρο αυτό πραγματοποιούνταν, ακόμη και μετά την κατασκευή της Νέας Αγοράς, η εβδομαδιαία αγορά, μέχρι τη δεκαετία του ’50. Παράλληλα, η πλατεία ήταν ένας από τους ελάχιστους χώρους δημόσιων θεαμάτων και κοινωνικής συνεύρεσης στην Καρδίτσα. Όπως και το Παυσίλυπο, φιλοξενούσε μέχρι τον πόλεμο τις παραστάσεις του Καραγκιόζη, τις συναυλίες της Φιλαρμονικής και τον δεύτερο υπαίθριο κινηματογράφο, κάποτε και σε βάρος «του περιπατείν ελευθέρως … παντός συμπολίτου ανεξαρτήτου φύλου, ηλικίας και κοινωνικής τάξεως». Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, στα καφενεία της προστέθηκε και το δημοτικό περίπτερο, το οποίο είχε την αποκλειστική εκμετάλλευση του χώρου. Στο ιστορικό ξενοδοχείο «Η Ωραία Ελλάς», το παλαιότερο και μοναδικό μέχρι τον Μεσοπόλεμο, με το «Μεγάλο καφενείο» στο ισόγειο, φιλοξενήθηκαν όλες οι πολιτικές προσωπικότητες που πέρασαν από την πόλη. Στη θέση του κτίστηκε τις παραμονές του πολέμου το γνωστό «Πάλλας» (σημερινή Τράπεζα Πίστεως), διατηρώντας τη διάταξη της πεσσοστοιχίας, για να στεγάσει τον σημαντικότερο χώρο θεαμάτων και ψυχαγωγίας, με αίθουσες κινηματογράφου, θεάτρου, καφενείο και μπαρ-εστιατόριο πολυτελείας.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο δήμος αποφάσισε την ασφαλτόστρωση της πλατείας, με αποτέλεσμα τα δέντρα να αντικατασταθούν από πρασιές. Το 1946 οι πρασιές περιορίστηκαν κατά μήκος της οδού Τερτίπη και φράχτηκαν με σιδερένια κιγκλιδώματα. Σημαντικές επεμβάσεις της δεκαετίας του ’70 ήταν η κατάργηση των γύρω δρόμων, η μεταφορά των Μουσών από το Παυσίλυπο και η κατασκευή του σιντριβανιού. Η σημερινή όψη της είναι αποτέλεσμα πρόσφατων ήπιων παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και το νέο σιντριβάνι, μία σύγχρονη «πυξίδα πόλης» από ατσάλι, διακοσμημένη με σύμβολα εμπνευσμένα από το νεολιθικό πολιτισμό, έργο της Νέλλας Γκόλλαντα.

5. «Πάλλας»
Στο ισόγειο του κτηρίου στεγάζεται σήμερα η Alpha Bank. Κτίστηκε στις παραμονές του πολέμου, στη θέση του ιστορικού ξενοδοχείου «Η ωραία Ελλάς», διατηρώντας τη διάταξη της χαρακτηριστικής πεσσοστοιχίας.

Στο ισόγειο του κτηρίου στεγάζεται σήμερα η Alpha Bank. Κτίστηκε στις παραμονές του πολέμου, στη θέση του ιστορικού ξενοδοχείου «Η ωραία Ελλάς», διατηρώντας τη διάταξη της χαρακτηριστικής πεσσοστοιχίας. Το «Πάλλας» ήταν μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες ο σημαντικότερος χώρος θεαμάτων και ψυχαγωγίας της πόλης, με αίθουσες κινηματογράφου, θεάτρου, καφενείο και μπαρ-εστιατόριο πολυτελείας.
Το ξενοδοχείο «Η ωραία Ελλάς» υπήρξε το παλαιότερο και το μοναδικό ξενοδοχείο της πόλης μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου. Εκεί φιλοξενήθηκαν και από το μπαλκόνι του μίλησαν όλες οι πολιτικές προσωπικότητες που πέρασαν από την Καρδίτσα. Το «Μεγάλο καφενείο» στο ισόγειο, ήταν σημείο αναφοράς της κοινωνικής ζωής μέχρι τη δεκαετία του ‘80.
Οι δύο όροφοι του κτηρίου παραμένουν σήμερα αναξιοποίητοι.

6. Εμπορική Τράπεζα
Το διώροφο μέγαρο με την χαρακτηριστική ψηλή τοξοστοιχία, στη νότια πλευρά της κεντρικής πλατείας, κτίστηκε λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Το διώροφο μέγαρο με την χαρακτηριστική ψηλή τοξοστοιχία, στη νότια πλευρά της κεντρικής πλατείας, κτίστηκε λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 στη θέση ισόγειου καταστήματος, το οποίο στέγαζε το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας από την ίδρυσή του, το 1927. Η όψη του είναι λιτή, με συμμετρικά ανοίγματα, μπαλκονάκι στον όροφο και πεσσούς, των οποίων η επιμελημένη λιθοδομή ήταν εμφανής ως τη δεκαετία του ’70. Ο όροφος χρησίμευε ως κατοικία του διευθυντή.
Με βάση το πολεοδομικό σχέδιο του 1884, όλες οι οικοδομές στην πλατεία και στους γύρω δρόμους όφειλαν να έχουν στην πρόσοψη στεγασμένη στοά πλάτους 3 μ., διάταξη η οποία ισχύει μέχρι σήμερα.
Το 1938 στο κτήριο κατέλυσε ο βασιλιάς Γεώργιος.

7. Μητροπολιτικός ναός Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης
Βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στο άλλοτε Βαρούσι. Ο μεγαλοπρεπής ναός, στον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδή με τρούλο, αντικατέστησε πασσαλόπηκτο κτίσμα της ύστερης Τουρκοκρατίας.

Ο μεγαλοπρεπής ναός, στον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδή με τρούλο, βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στο άλλοτε Βαρούσι. Αντικατέστησε πασσαλόπηκτο κτίσμα της ύστερης τουρκοκρατίας. Είναι χτισμένος από ασβεστόλιθο του λατομείου Ρούσσου και ψαμμόλιθο, ο οποίος προέρχεται πιθανότατα από κτήρια της αρχαίας Μητρόπολης. Η ανέγερσή του άρχισε το 1887 και ολοκληρώθηκε, μετά από πολλές περιπέτειες, το 1911. Τα πρώτα χρήματα συγκεντρώθηκαν με εράνους. Ο δήμαρχος Χρήστος Λάππας είχε επιβάλει για το σκοπό αυτό πρόσθετο φόρο στις αγοραπωλησίες της αγοράς. Το 1896, το τεράστιο ημιτελές κτίσμα θύμιζε «πύργο της Βαβέλ» και ο Αλ. Φιλαδελφεύς σχολίαζε ειρωνικά ότι σε περίπτωση ανάγκης, θα μπορούσε τουλάχιστον να καταφύγει εκεί «ολόκληρος η πολίχνη συν γυναιξί και τέκνοις με τα σκεύη και κτήνη ομού». Στο διάστημα 1911-1916 κατασκευάστηκε το μαρμάρινο, νεοκλασικού τύπου, τέμπλο.
Τις εικόνες του ναού φιλοτέχνησαν ο Καρδιτσιώτης ζωγράφος Ν. Δόντας, ο Βολιώτης θαλασσογράφος Ι. Πούλακας και ο Ιωαννίκας Μαυρόπουλος. Μέχρι τη χειροτονία του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ, το 1924, ο ναός ήταν ο μεγαλύτερος στη Θεσσαλία, αλλά παρέμενε ακόσμητος, με εξαίρεση δύο προσκυνητάρια. Πολύ σύντομα απέκτησε πολυτελή διακόσμηση, καμπάνες από τη Βενετία και ρολόι από τη Γερμανία, χάρη σε πολυάριθμες δωρεές. Την ίδια εποχή προστέθηκαν τα τέσσερα παρεκκλήσια, αγιογραφήθηκε ο τρούλος από τον Ν. Δόντα και οι εσωτερικές επιφάνειες διακοσμήθηκαν με γεωμετρικά μοτίβα από τον Ν. Ιωάννου.
Στη δεύτερη φάση της αγιογράφησης, στο διάστημα 1947-1949, επίσης επί Ιεζεκιήλ, φιλοτεχνήθηκαν από τον Δ. Γιολδάση οκτώ μεγάλες συνθέσεις με θέματα από τη ζωή του Χριστού, με δαπάνη του δήμου. Τα σχέδια τους εκτέθηκαν μάλιστα στο καφενείο «Άρνη». Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1950, με το ψηφιδωτό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο υπέρθυρο της εισόδου, έργο του Δ. Γιολδάση. Στους σεισμούς του 1954 τα πανύψηλα κωδωνοστάσια και ο τρούλος υπέστησαν φθορές.
Ο περίβολος του ναού διαμορφώθηκε σταδιακά σε ιστορικό πάρκο, με προτομές σημαντικών μορφών της τοπικής ιστορίας, όπως ο μητροπολίτης Διονύσιος ο Σκυλόσοφος, αρχηγός της επανάστασης του 1611, ο Γεώργιος Λάιος και ο επίσκοπος Κίτρους Νικολάου, αρχηγοί της θεσσαλικής επανάστασης του 1878, ο μητροπολίτης Ιεζεκιήλ, καθώς και ηρώο πεσόντων όλων των πολέμων από το 1912.

8. Ιστορικό-Λαογραφικό Μουσείο «Λ. & Ν. Σακελλαρίου»- Κέντρο Τεκμηρίωσης & Επικοινωνίας Δήμου Καρδίτσας («μουσείο της πόλης»)
Βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο, απέναντι από το άλσος του Παυσιλύπου και τον μητροπολιτικό ναό.

Βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της πόλης, απέναντι από το άλσος του Παυσιλύπου και τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Πρόκειται για το παλιό Λαογραφικό Μουσείο, το οποίο ιδρύθηκε από το δήμο Καρδίτσας το 1982, με δωρεά του ζεύγους Λάμπρου & Ναυσικάς Σακελλαρίου. Το τριώροφο κτήριο, αν και περιορισμένης επιφάνειας, μετά την πρόσφατη ανακαίνιση και αναδιοργάνωση διαθέτει αίθουσες για μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, εργαστήριο συντήρησης, αναγνωστήριο-βιβλιοθήκη, χώρο για εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα και πωλητήριο. Το «Μουσείο της Πόλης», όπως αποκαλείται για συντομία, σχεδιάστηκε ώστε να λειτουργήσει ως ένα ζωντανό εργαστήριο τεκμηρίωσης και έρευνας για την ιστορία της πόλης και της περιοχής της από τον 15ο αιώνα, που πρωτοεντοπίζεται στις γραπτές πηγές, μέχρι σήμερα. Στόχος του είναι η διάσωση και η ανάδειξη υλικών και άυλων τεκμηρίων κάθε είδους, όπως αντικείμενα καθημερινής χρήσης, επαγγελματικός εξοπλισμός, αρχεία (με κυριότερο αυτό του δήμου), πολεοδομικά σχέδια, παλιά βιβλία, εφημερίδες, προφορικές μαρτυρίες κ.ά..
Πυρήνα της συλλογής και κυρίαρχο συστατικό τού χαρακτήρα του αποτελούν ως σήμερα τα προσωπικά αντικείμενα του στρατηγού και πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα, της μεγαλύτερης ιστορικής φυσιογνωμίας που ανέδειξε η πόλη τον 20ο αιώνα. Η συμβολική δωρεά της καρδιάς του επισφράγισε την επιθυμία του μεγάλου Καρδιτσιώτη να εκτεθεί η συλλογή με τα πενιχρά του υπάρχοντα στη γενέτειρά του. Η «αίθουσα Πλαστήρα» καταλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν τον 2ο όροφο του μουσείου και ξεδιπλώνει μέσα από αντικείμενα, φωτογραφίες, αρχειακά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα την πολυτάραχη και γεμάτη συγκινήσεις, οράματα, νίκες, αλλά και απογοητεύσεις, 70χρονη πορεία του.
Η Καρδίτσα από την πρώιμη τουρκοκρατία ως τα μέσα του 20ου αιώνα είναι το θέμα των 7 ενοτήτων του πρώτου ορόφου, οι οποίες αναπτύσσονται συμβολικά με έμφαση στην κοινωνική σημασία των εκθεμάτων. Στον χώρο αυτό συνυπάρχουν οθωμανικά επιτύμβια από τον 15ο, 18ο και 19ο αιώνα με φορητές εικόνες και κειμήλια από τη δράση του χριστιανικού στοιχείου στην τουρκοκρατία. καραγκούνικες φορεσιές και αγροτικά εργαλεία με μουσικές παρτιτούρες και πορσελάνες τσιφλικάδων. οικιακά σκεύη και έπιπλα με τεκμήρια του δημόσιου χώρου και του κόσμου της εργασίας. Η ανίχνευση της ταυτότητας της πόλης κλείνει με την τεκμηρίωση των ποικίλων εθνολογικών ομάδων που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή της (Καραγκούνηδες, Αγραφιώτες, Βλάχοι, Ηπειρώτες, Εβραίοι κ.ά.).
Η δράση του μουσείου καλύπτει ένα ευρύ επιστημονικό και κοινωνικό φάσμα, με λειτουργία αρχείου και ερευνητικής βιβλιοθήκης, ανοιχτής στο κοινό, περιοδικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, σεμινάρια, εκδόσεις και εκδηλώσεις επιστημονικού και ψυχαγωγικού χαρακτήρα.

9. Ανδριάντας N. Πλαστήρα
O μπρούτζινος έφιππος ανδριάντας βρίσκεται στον άλλοτε ανθώνα του Παυσιλύπου, στην ομώνυμη πλατεία.

O μπρούτζινος έφιππος ανδριάντας βρίσκεται στον άλλοτε ανθώνα του Παυσιλύπου, στην ομώνυμη πλατεία. Είναι έργο του γνωστού γλύπτη Στέλιου Τριάντη (1986/87). Ο Ν. Πλαστήρας (1883-1953) παριστάνεται ευθυτενής, υπερμεγέθης και επιβλητικός, με στρατιωτική περιβολή και με γυμνό σπαθί, πάνω σε βραχώδες ψηλό βάθρο.
Η τοποθέτηση του γλυπτού στην πολυσύχναστη πλατεία εκφράζει την ιδιαίτερη εκτίμηση της γενέτειράς του για τον «μαύρο καβαλάρη», ήρωα της Μικράς Ασίας και αρχηγό της επανάστασης του 1922, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις μεσοπολεμικές πολιτικές εξελίξεις και διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός στο διάστημα 1945-1953.
Το γλυπτό στήθηκε με πρωτοβουλία της Ένωσης Επιστημόνων Ν. Καρδίτσας.

10. Παυσίλυπο
Το πάρκο, έκτασης 50 στρεμμάτων, σχεδιάστηκε το 1901 από το μηχανικό Γ. Φώσκολο. Αρχικά τα δένδρα κάλυπταν το τμήμα βόρεια του σημερινού πεζοδρόμου Τερτίπη, ενώ το νότιο (πλατεία Πλαστήρα), καταλάμβανε ο ανθώνας, με το κομψό λευκό καφενεδάκι.

Το Παυσίλυπο ήταν το πρώτο αστικό κοινόχρηστο πράσινο που απέκτησε η Καρδίτσα, είκοσι μόλις χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος. Η δημιουργία του πάρκου, έκτασης 165 στρεμμάτων, σε σχέδια του μηχανικού Γ. Φώσκολου, ήταν πρωτοβουλία του δημάρχου Στέργιου Λάππα, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του και με άλλα έργα υποδομής, όπως το δίκτυο ύδρευσης, τα δημοτικά λουτρά, την κεντρική πλατεία και τη δημοτική αγορά. Ονομάστηκε «Παυσίλυπον… διότι αληθώς και τας οδύνας και την θλίψιν διασκεδάζει και την λύπην παύει εκ του αέρος του καθαρίου και δροσερού και εκ του ζύθου του πινομένου αφθόνως και εκ των ασμάτων του πάνυ ευστόμου φωνογράφου». Αρχικά τα δένδρα κάλυπταν το τμήμα βόρεια του σημερινού πεζοδρόμου Τερτίπη, ενώ το νότιο τμήμα (πλατεία Πλαστήρα) καταλάμβανε ο ανθόκηπος, με το κομψό λευκό καφενεδάκι με τα δύο κιόσκια, εικόνα που συναντάμε σε πολλές καρτ ποστάλ του Μεσοπολέμου.
Στο χώρο αυτό φιλοξενούνταν μέχρι το ’40 όλα τα καλλιτεχνικά γεγονότα της πόλης: από τις συναυλίες της Φιλαρμονικής και τις κινηματογραφικές προβολές μέχρι τις παραστάσεις του θεάτρου και του καραγκιόζη. Το πάρκο συνδέθηκε με σημαντικά γεγονότα της πνευματικής και οικονομικής ζωής, όπως οι γιορτές των Ανθεστηρίων, που αναβίωσαν το 1931 με πρωτοβουλία της Λαϊκής Βιβλιοθήκης «Η Αθηνά», και η Πρώτη Πανθεσσαλική Έκθεση Εθνικών Προϊόντων, το 1935.
Στη δεκαετία του ’30, τμήμα του πάρκου κατέλαβαν το 3ο δημοτικό σχολείο και το πολυϊατρείο, το οποίο μετά τους σεισμούς του 1954 στέγασε προσωρινά το δημαρχείο. Το σημερινό αναψυκτήριο κτίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 50, όταν ο ανθόκηπος μετατράπηκε σε ασφαλτοστρωμένη πλατεία. Την ίδια εποχή τοποθετήθηκαν η προτομή του πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα και τέσσερα αγάλματα μουσών που μεταφέρθηκαν από την πλατεία Ομονοίας των Αθηνών, τα οποία σήμερα βρίσκονται στην κεντρική πλατεία.
Η ανάπλαση του Παυσιλύπου, στη δεκαετία του ’90, βασίστηκε σε μελέτη βραβευμένη σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 1984 και είχε στόχο τη μετατροπή του σε σύγχρονο, αστικό πάρκο.

11. Μύλος Κολέτσου
Πρόκειται για τον δεύτερο παλαιότερο ατμόμυλο της πόλης (1899), ιδιοκτησίας αρχικά των Αφών Χρηστίδη, οι οποίοι διατηρούσαν στον ίδιο χώρο και μηχανουργείο.

Πρόκειται για τον δεύτερο παλαιότερο ατμόμυλο της πόλης (1899), ιδιοκτησίας αρχικά των Αφών Χρηστίδη, οι οποίοι διατηρούσαν στον ίδιο χώρο και μηχανουργείο. Το 1910 ο μύλος πέρασε στον Λεωνίδα Καλή και ως το 1915 στους Λ. Καλή- Μ. Κολέτσο. Το 1936 μετατράπηκε σε κυλινδρόμυλο.
Το συγκρότημα αποτελείται από κτήρια τεσσάρων χρονολογικών φάσεων, Ο μύλος επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε ριζικά υπό τη διεύθυνση των Αθ. & Κων/νου Μ. Κολέτσου στη δεκαετία του ’50, όταν στον αρχικό πυρήνα των κτισμάτων (μύλος, αποθήκες) προστέθηκαν λιθόκτιστη οικοδομή για την εγκατάσταση νέου πετρελαιοκινητήρα και πλυντηρίου-στεγνωτηρίου (1953) καθώς και πολυώροφο τουβλόκτιστο κτήριο για την τοποθέτηση νέων κυλίνδρων και ηλεκτροκινητήρων (1956).
Λειτούργησε ως τo 2000. Το συγκρότημα των κτηρίων παραμένει σήμερα αναξιοποίητο.

12. Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Καμινάδων
Είναι ο παλαιότερος ναός της Καρδίτσας. Κτίστηκε το 1842, αμέσως μετά τις πρώτες οθωμανικές μεταρρυθμίσεις.

Είναι ο πρώτος ναός της Καρδίτσας. Κτίστηκε το 1842, σύμφωνα με λιθανάγλυφη επιγραφή στη ΝΔ εξωτερική γωνία, αμέσως μετά τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις. Η άδεια για την ανέγερσή του δόθηκε από την Πύλη με ενέργειες του ηπειρώτη Κωνσταντίνου ή Αναγνώστη Λάππα, ο οποίος είχε εγκατασταθεί μαζί με τα αδέρφια του στη συνοικία των Καμινάδων γύρω στο 1836. Οι Καμινάδες αποτελούσαν ξεχωριστή κοινότητα στα βορειοανατολικά όρια της πόλης, καθώς την εποχή αυτή δεν είχε ιδρυθεί ακόμη η χριστιανική συνοικία της πόλης, το Βαρούσι.
Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική, χτισμένη με ντόπιο ασβεστόλιθο από ηπειρώτες μαστόρους, των οποίων η «συντροφιά» έχτισε και άλλους ναούς στην περιοχή. Εξωτερικά είναι λιτός και αυστηρός, με ελάχιστα μονόλοβα και δίλοβα στενά ανοίγματα και λίγους λιθανάγλυφους σταυρούς και ρόδακες. Η κόγχη του ιερού διασπάται από τυφλά τόξα, με εντοιχισμένα εφυαλωμένα πιάτα και λιθανάγλυφες παραστάσεις γεωμετρικών μοτίβων, πτηνών, φυτών και αστρικών συμβόλων. Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε μετά το 1881, ενώ ο προθάλαμος είναι σύγχρονη προσθήκη.
Ο ναός έχει γυναικωνίτη με καφασωτά θωράκια και είναι κατάγραφος εσωτερικά. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρονολογείται το 1846, σύμφωνα με επιγραφή στην Ωραία Πύλη. Αγιογραφήθηκε το 1853, «εξόδοις και δαπάναις του ιερού παγκαρίου», με την επίβλεψη των επιτρόπων Κ. Δημητρακώνη και Κ. Μαρκούτη. Οι λαϊκότροπες τοιχογραφίες είναι έργα Σαμαριναίων ζωγράφων και ακολουθούν καθιερωμένα εικονογραφικά πρότυπα. Από τις φορητές εικόνες ξεχωρίζουν ο Χριστός Μέγας Αρχιερέας (1898), στο Δεσποτικό Θρόνο, έργο του Εμμ. Ασημάκη και η Παναγία (1911), στο δεξί προσκυνητάρι, αφιέρωμα της αδελφότητας του Αγίου Όρους.
Ο ναός συνδέθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης θεσσαλικής ιστορίας: το αγροτικό ζήτημα. Στον περίβολό του πραγματοποιούνταν οι συνελεύσεις του πρώτου αγροτικού συλλόγου στη Θεσσαλία, του Πεδινού Συνδέσμου, με πρωτεργάτη τον Δ. Μπούσδρα.

13. Θερινός Κινηματογράφος
Βρίσκεται βόρεια, στα όρια με το δημοτικό διαμέρισμα της Καρδιτσομαγούλας και λειτουργεί από το 2007.

Βρίσκεται βόρεια, στα όρια με το δημοτικό διαμέρισμα της Καρδιτσομαγούλας και λειτουργεί από το 2007. Χωροθετημένος μέσα σε έκταση 6,5 στρεμμάτων, σχεδιάστηκε ως ένα μικρό πολιτιστικό πάρκο, με στόχο να αναβαθμίσει την περιοχή των σεισμοπλήκτων, ενοποιώντας παράλληλα το διευρυμένο πολεοδομικό συγκρότημα του δήμου Καρδίτσας.
Ο χώρος περιλαμβάνει υπαίθριο αμφιθέατρο, μπαρ-αναψυκτήριο, εκπαιδευτικό μουσικό πάρκο, φουαγιέ κατάλληλο για εκθέσεις και μεγάλο δενδροφυτεμένο κήπο. Τα υλικά κατασκευής –εμφανές σκυρόδεμα, συμπαγή τούβλα, ξύλο- και οι μορφολογικές επιλογές, λιτά και εναρμονισμένα στο χώρο, αλλά και η εύκολη πρόσβαση μέσω του ποδηλατόδρομου διαμορφώνουν έναν χώρο ανοιχτό και φιλικό στο κοινό της πόλης και ταυτόχρονα αισθητικά ελκυστικό.

ΒΔ τομέας
14. Προτομή Γ. Καραϊσκάκη
Η μαρμάρινη προτομή του ήρωα της επανάστασης του 1821, Γεωργίου Καραϊσκάκη, έργο του Αθηναίου γλύπτη, Ν. Γεωργαντή, στήθηκε με ενέργειες του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ το Σεπτέμβριο του 1936.

Η μαρμάρινη προτομή του ήρωα της επανάστασης του 1821, Γεωργίου Καραϊσκάκη, έργο του Αθηναίου γλύπτη, Ν. Γεωργαντή, στήθηκε με ενέργειες του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ το Σεπτέμβριο του 1936. Ο Ιεζεκιήλ κατάφερε μάλιστα να εξασφαλίσει τα χρήματα για την κατασκευή του από ξεχασμένο ποσό, το οποίο είχε συγκεντρωθεί με έρανο 50 χρόνια πριν και είχε κατατεθεί στην ΕΤΕ για το σκοπό αυτό, με πρωτοβουλία του γιου του ήρωα, Σπυρίδωνα, τότε βουλευτή Καρδίτσας.
Ο Γ. Καραϊσκάκης, υπασπιστής του Αλή πασά και αργότερα αρχηγός του αρματολικίου των Αγράφων και στρατάρχης της Ρούμελης, γεννήθηκε στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας το 1780 και έπεσε στη μάχη του Φαλήρου το 1827. Υπήρξε μια από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες του αγώνα της ανεξαρτησίας.
Η προτομή παριστάνει τον Καραϊσκάκη φυματικό, όπως ήταν όταν σκοτώθηκε στη μάχη του Φαλήρου.

15. Ξενοδοχείο «Άρνη»
Το μεγαλοπρεπές νεοκλασικό διώροφο μέγαρο με τον χαρακτηριστικό τρούλο κτίστηκε το 1921 από τον πολιτικό και επιχειρηματία Κωνσταντίνο Τερτίπη.

Πρόκειται για μεγαλοπρεπές νεοκλασικό διώροφο μέγαρο, με εκλεκτικιστικές επιρροές. Κτίστηκε το 1921 από τον πολιτικό και επιχειρηματία, Κωνσταντίνο Τερτίπη. Το ονόμασε «Άρνη» προς τιμήν του αδερφού του, Δημητρίου, ο οποίος το 1878 έδωσε νικηφόρα μάχη κατά των Τούρκων στην περιοχή της προϊστορικής «Άρνης», στον σημερινό Πύργο Κιερίου. Τη στέψη του κτηρίου κοσμούσε περίτεχνος τρούλος, ο οποίος κατέρρευσε με τους σεισμούς του ’54. Η προσπάθεια να αποκατασταθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 απέτυχε αισθητικά και ο τρούλος αντικαταστάθηκε με κεραμοσκεπή.
Το κτήριο στέγαζε στους δύο ορόφους πολυτελές ξενοδοχείο, «πληρούν όλους τους όρους υγιεινής και ευπρεπείας», ενώ στο ισόγειο υπήρχε αίθουσα θεάτρου-κινηματογράφου, δεξιώσεων και καφεζυθοπωλείο. Ο ιδιοκτήτης ασχολήθηκε προσωπικά με την αισθητική τής όψης, τη διαρρύθμιση του κτηρίου, καθώς και με λεπτομέρειες, όπως το σχήμα της σκηνής και τα έπιπλα, τα οποία παραγγέλθηκαν από το εξωτερικό. Λίγους μήνες μετά το θάνατο του εμπνευστή της, στις αρχές του 1925, την εκμετάλλευση ανέλαβε μετοχική εταιρεία, η οποία διαρρύθμισε το συνεχόμενο ισόγειο κτήριο σε «αίθουσα ντάσιγκ», προοριζόμενη αποκλειστικά για χορευτικές συγκεντρώσεις, ενώ κατασκεύασε και όροφο για χαρτοπαικτική λέσχη, σύμφωνα με τα ήθη διασκέδασης του Μεσοπολέμου. Ως τα τέλη της δεκαετίας του ’40 το γωνιακό καφενείο της «Άρνης», εκτός από διανοούμενους και καλλιτέχνες, φιλοξενούσε ακόμη προπλάσματα γλυπτών και σχέδια έργων ζωγραφικής, τα οποία εκτίθονταν στην κρίση του κοινού πριν πάρουν τη θέση τους σε δημόσιους χώρους της πόλης, όπως π.χ. οι οκτώ μεγάλες πολυπρόσωπες συνθέσεις που φιλοτέχνησε ο Δ. Γιολδάσης για το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.
Το 1943 το κτήριο επιτάχθηκε από τις δυνάμεις κατοχής και αμέσως μετά από τις αντιστασιακές οργανώσεις. Από το ’50 η «Άρνη» άρχισε να παραδίδεται στη φθορά του χρόνου. Τo 2005 το κτήριο ανακαινίστηκε πλήρως από τον Καρδιτσιώτη επιχειρηματία Απ. Αλεξόπουλο, για να μετατραπεί σε ξενοδοχείο πρώτης κατηγορίας, αποτελώντας περιουσία του «Ιδρύματος Υποτροφιών Απ. Αλεξόπουλος».

16. Δημαρχείο
Στη θέση του υπήρχαν τα δημοτικά λουτρά -τα πρώτα σε θεσσαλική πόλη- από το 1901.

Στη θέση του υπήρχαν τα δημοτικά λουτρά -τα πρώτα σε θεσσαλική πόλη- από το 1901. Το νεοκλασικό ισόγειο κτήριο με την αψιδωτή είσοδο κατεδαφίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 με σκοπό να ανεγερθεί στο δημοτικό οικόπεδο κτήριο αυτόνομου νομικού προσώπου με την επωνυμία «πνευματικόν και παραγωγικόν κέντρον Καρδίτσης». Με βάση την αρχική μελέτη, θα στεγάζονταν σ’ αυτό αίθουσα για διαλέξεις και προβολές, βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο –η Λαϊκή Βιβλιοθήκη «Η Αθηνά» διέθετε περισσότερους από 10.000 τόμους-, πινακοθήκη-μουσείο, μόνιμη γεωργική έκθεση και σχολή τεχνικής, γεωργικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η ανάγκη στέγασης των δημοτικών υπηρεσιών, οι οποίες μέχρι τότε φιλοξενούνταν σε ενοικιασμένα οικήματα και μετά τους σεισμούς του 1954 στο πολυϊατρείο του Παυσιλύπου, οδήγησαν στην τροποποίηση του καταστατικού το 1969 και στην εγκατάσταση του δημαρχείου στο κτήριο, το οποίο ήταν και το πρώτο της πόλης που διέθετε ανελκυστήρα.

17. Παλιό Γυμνάσιο
Πρόκειται για το μοναδικό δημόσιο κτήριο που κατασκευάστηκε στην εικοσαετία 1881-1900 στην πόλη. Κτίστηκε το 1889 στα θεμέλια του οθωμανικού νοσοκομείου, στην περιοχή «τσαρσί τζαμί», άλλοτε οθωμανικό κέντρο της Καρδίτσας.

Πρόκειται για το μοναδικό δημόσιο κτήριο που σώζεται από τον 19ο αιώνα στην πόλη. Βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Ιεζεκιήλ και 18ης Αυγούστου, στο άλλοτε οθωμανικό κέντρο της Καρδίτσας. Κτίστηκε από το δήμο το 1889, στα θεμέλια του οθωμανικού νοσοκομείου. Στο προαύλιό του σωζόταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30 το «τσαρσί τζαμί» (= τζαμί της αγοράς). Επιτύμβιες στήλες από το νεκροταφείο του τζαμιού αποκαλύφθηκαν κατά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του γυμνασίου στη δεκαετία του ’50.
Το κτήριο αποτελείται από λιθόκτιστο ημιυπόγειο και τουβλόκτιστο υπερυψωμένο ισόγειο, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Η όψη του είναι λιτή, με κόγχες εκατέρωθεν της εισόδου και μεγάλα ορθογώνια παράθυρα. Το εσωτερικό του ισογείου είναι διαρρυθμισμένο με κεντρικό διάδρομο και αίθουσες περιμετρικά. Η ανατολική πτέρυγα με τους έξεργους γωνιόλιθους, καθώς και το διπλό κλιμακοστάσιο της εισόδου με την αψιδωτή επίστεψη προστέθηκαν στη δεκαετία του ’30.
Ο 20πλασιασμός του αριθμού των μαθητών στο πρώτο μισό του αιώνα οδήγησε στην ίδρυση δεύτερου γυμνασίου το 1953, καθώς και στη μεταστέγαση του Α’ γυμνασίου αρρένων το 1962 σε νέο κτήριο, απέναντι από το Παυσίλυπο. Στο κτήριο του γυμνασίου στεγάστηκε ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 το γυμνάσιο θηλέων και από τότε ως σήμερα το 14ο δημοτικό και το εσπερινό γυμνάσιο.
Η ιστορία του γυμνασίου αποτέλεσε διαχρονικά σημαντικό κομμάτι της πνευματικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης. Από τις αίθουσές του πέρασαν καταξιωμένοι καθηγητές, όπως οι Λ. Βαμπούλης, Ν. Νικολάου, Στ. Σερμπέτης, Δ. Γιολδάσης κ.ά., καθώς και μαθητές, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε προσωπικότητες πανελλήνιας εμβέλειας στο χώρο της εκκλησίας, της πολιτικής, της επιστήμης και της τέχνης, όπως οι Ν. Πλαστήρας, αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, Απ. Κουτσοκώστας, Γ. Βαλταδώρος κ.ά..

18. Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου
Βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα της πόλης, στην άλλοτε περιφερειακή συνοικία «Αγιάς μαχαλά» (=εξοχικός), η οποία έφτανε μέχρι το τσιφλίκι των Ματαραγγιωτάδων («Τσιφλικάκι»).

Ο ναός βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα της πόλης, στην άλλοτε περιφερειακή συνοικία «Αγιάς μαχαλά» (αγιάς = εξοχικός), η οποία έφτανε μέχρι το τσιφλίκι των Ματαραγγιωτάδων («Τσιφλικάκι»). Ο αρχικός ναός κτίστηκε το 1896 και ανακαινίστηκε το 1937, όπως και εκείνος της Αγίας Παρασκευής, ακολουθώντας την ισόρροπη πληθυσμιακή αύξηση των αντίστοιχων ενοριών. Η αγιογράφηση του τέμπλου, στις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ανατέθηκε επίσης από τον μητροπολίτη Ιεζεκιήλ στον διακεκριμένο ζωγράφο και προσωπικό του φίλο, Ν. Δόντα.
Ο σημερινός ναός, στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο, θεμελιώθηκε το 1970 δίπλα στο παλιό κτίσμα, το οποίο κατεδαφίστηκε στη δεκαετία του ’90. Αρκετές από τις παλιές φορητές εικόνες σώζονται και κοσμούν προσκυνητάρια στο νάρθηκα και στον κυρίως ναό, ενώ άλλες φυλάσσονται στο γυναικωνίτη.

ΝΔ τομέας
19. Ιερός Ναός Eυαγγελίστριας
Μαζί με τη Δημοτική Πινακοθήκη και το Αρχαιολογικό Μουσείο, ο ναός της Ευαγγελίστριας, με το υπό διαμόρφωση Εκκλησιαστικό Μουσείο αποτελούν έναν δυνατό πόλο έλξης επισκεπτών.

Ο μεγαλοπρεπής ναός είναι χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο, όπως και ο μητροπολιτικός του Αγίου Κωνσταντίνου, και στις ίδιες περίπου διαστάσεις. Βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης, γεγονός που έκανε τον μητροπολίτη Ιεζεκιήλ να σχεδιάζει τη μετατροπή του σε μητροπολιτικό το 1930, λίγο πριν αποπερατωθεί. Ήταν ο πρώτος ναός της Καρδίτσας που θα διέθετε κεντρική θέρμανση.
Στη θέση του λειτουργούσε από το 1888 ανεγκαινίαστο παράπηγμα (ο τρίτος παλαιότερος ναός της πόλης). Προκειμένου να πιέσει το δήμο να αναλάβει μέρος της δαπάνης κατασκευής του, ο μητροπολίτης διέκοψε τη λειτουργία του παραπήγματος. Η λύση δόθηκε με τη σύναψη ομολογιακού δανείου και την έκδοση 5.000 ομολογιών των 100 δραχμών με εγγυητή το δήμο, οι οποίες αγοράστηκαν από δημότες. Το Δεκέμβρη του 1930, και ενώ οι εργασίες είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, η στέγη κατέρρευσε, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν θύματα. Το γεγονός αυτό ήταν αποτέλεσμα τόσο της χρήσης ακατάλληλων υλικών για λόγους οικονομίας όσο και της άγνοιας των ντόπιων μαστόρων σε ένα νέο υλικό, το μπετόν. Δύο χρόνια αργότερα το ημιτελές κτίριο κινδύνευε να μεταβληθεί σε ερείπιο, ενώ οι πραγματογνώμονες μηχανικοί πρότειναν την κατεδάφισή του.
Μέσα σε κλίμα κοινωνικής δυσφορίας, αντεγκλήσεων και δημόσιων κατηγοριών μεταξύ μητροπολίτη και ενοριακού συμβουλίου για το «πολυθρύλητον ζήτημα» της Ευαγγελίστριας, ο Ιεζεκιήλ άρχισε και πάλι να αναζητάει επίμονα νέους δανειοδότες. Πολλοί αναρωτιούνταν αν όντως η πόλη είχε ανάγκη από ένα τόσο πολυδάπανο και κολοσσιαίο έργο, αφού οι 4 από τους 5 ναούς της, με εξαίρεση τη μητρόπολη, βρίσκονταν «εν υλική στενοχωρία». Η οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ως απόηχος της παγκόσμιας, με τη χρεοκοπία της τράπεζας Τσαγανόπουλου, είχε ως αποτέλεσμα ο ναός να χάσει αρκετά χρήματα. Μέρος των χρημάτων για την ανέγερσή του εξασφαλίστηκε από δάνειο του Ταμείου Ασφάλισης Κληρικών Ελλάδος. Η λύση δόθηκε τελικά όταν η Μετσοβίτισσα δασκάλα, Βασιλική Μετάξη, η οποία υπηρετούσε χρόνια στην Καρδίτσα, πείστηκε από τον Ιεζεκιήλ, με τη μεσολάβηση του Ευστάθιου Χατζηνίκου, να δωρίσει ένα σημαντικό ποσό για την αποπεράτωση του ναού.
Το 1935 πραγματοποιήθηκε η αγιογράφηση του ξυλόγλυπτου επιχρυσωμένου τέμπλου από τον Καρδιτσιώτη ζωγράφο Ν. Δόντα. Την ίδια εποχή κατασκευάστηκε και ο μαρμάρινος επιχρυσωμένος άμβωνας, επίσης με δωρεά της Βασ. Μετάξη, καθώς και τα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια. Η αγιογράφηση του ναού άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 από τον Ν. Ιωάννου, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του ’40 τον είχε ζωγραφίσει με διακοσμητικά μοτίβα, όπως και τον Άγιο Κωνσταντίνο παλαιότερα. Ο ίδιος φιλοτέχνησε γύρω στο 1970 και το ψηφιδωτό στο υπέρθυρο. Οι αγιογράφηση συνεχίστηκε από άλλους ντόπιους αγιογράφους στη δεκαετία του 1980.

20. Δημοτική Πινακοθήκη Καρδίτσας
Ιδρύθηκε το 1993 και στεγάζεται από το 2002 σε σύγχρονο τετραώροφο κτήριο, στη συμβολή των οδών Β. Τζέλλα & Βασιαρδάνη, δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η Δημοτική Πινακοθήκη Καρδίτσας ιδρύθηκε το 1993. Από το 2002 στεγάζεται μόνιμα σε σύγχρονο τετραώροφο κτήριο, στη συμβολή των οδών Β. Τζέλλα & Βασιαρδάνη, απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Εκτός από αίθουσες μόνιμων και περιοδικών εκθέσεων, ο χώρος διαθέτει βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο, εργαστήριο συντήρησης, αίθουσα εκδηλώσεων, πωλητήριο και εντευκτήριο.
Αφορμή της ίδρυσης της Πινακοθήκης και πυρήνας της συλλογής της υπήρξε η δωρεά ολόκληρου σχεδόν του σωζόμενου έργου μιας γοητευτικής, πολύπλευρης, αν και σχεδόν άγνωστης, εικαστικής φυσιογνωμίας του Μεσοπολέμου, του Καρδιτσιώτη Γ. Βαλταδώρου (1897-1930). Σταθμό στη διαμόρφωσή της αποτέλεσε η σημαντική σε όγκο και ποιότητα δωρεά των έργων του γνωστού Καρδιτσιώτη ζωγράφου της γενιάς του ’30, Δ. Γιολδάση (1897-1993). Ακολούθησαν και άλλες, όπως του ζωγράφου και σκηνογράφου Κ. Παύλου («Πωλ», 1914-1962), του Γ. Γούλα (1919-), του Ν. Καυχίτσα (1931-2003), καθώς και αρκετών σύγχρονων, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν σχέση καταγωγής ή διαμονής με την Καρδίτσα ή τον ευρύτερο θεσσαλικό χώρο, ανάμεσά τους και δύο διεθνούς φήμης: των Πωλ Σουλικιά (Καναδάς) και Παντελή Σαμπαλιώτη (Γερμανία). Αντιπροσωπευτικά δείγματα του υλικού αυτού εκτίθενται στις δύο αίθουσες του πρώτου ορόφου, αφιερωμένες στους Δ. Γιολδάση και Γ. Βαλταδώρο.
Τον τοπικό χαρακτήρα της συλλογής ήρθε να επαναπροσδιορίσει το 2002 μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα δωρεά έργων σύγχρονης ελληνικής νεορεαλιστικής παραστατικής ζωγραφικής, από τον Καρδιτσιώτη συλλέκτη Απ. Κάρκα (Κανακάκης, Μπουλγουράς, Δαρζέντας, Αντωνόπουλος, Καραβούζης, Χρήστου, Παπαδοπεράκης κ.ά.). Η συλλογή αυτή εκτίθεται αυτόνομα στο ισόγειο.
Η επιμέλεια ποικίλων περιοδικών εκθέσεων, ορισμένες από τις οποίες παρουσίαζαν τμηματικά τη συλλογή της Πινακοθήκης και η έκδοση καταλόγων και λευκωμάτων υπήρξαν από το ξεκίνημα πάγιες προτεραιότητές της. Στις δράσεις αυτές προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια η έκδοση εικαστικών ημερολογίων, εκπαιδευτικά προγράμματα κ.ά..

21. Αρχαιολογικό Μουσείο
Κτίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού στη θέση του παλιού νοσοκομείου, σε οικόπεδο που παραχώρησε ο Δήμος Καρδίτσας.

Κτίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού στη θέση του παλιού νοσοκομείου, σε οικόπεδο που παραχώρησε ο Δήμος Καρδίτσας. Την ίδρυσή του επέβαλε ο σημαντικός και άγνωστος στο μεγαλύτερο μέρος του αρχαιολογικός πλούτος του νομού. Η ανέγερση του κτηρίου, επιφάνειας 900 τ.μ., ξεκίνησε στη δεκαετία 1990 και ολοκληρώθηκε το 2001.
Διαθέτει ειδικά διαρρυθμισμένο χώρο για τη μόνιμη έκθεση, εκδοτήριο, αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εκδηλώσεων, βιβλιοθήκη, εργαστήριο συντήρησης, αποθήκες και ευρύχωρο κήπο για εκδηλώσεις. Η έκθεση είναι δομημένη κατά χρονολογική σειρά από τα προϊστορικά έως την αρχή των ιστορικών χρόνων. Μέσα από κείμενα, φωτογραφίες και πλούσιο πρωτογενές υλικό προσεγγίζεται ο άνθρωπος με αναφορές στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο, στο εμπόριο, στην οικονομία, κά.
Ξεχωριστές ενότητες είναι αφιερωμένες στις ταυτισμένες με δελφική επιγραφή αρχαίες πόλεις Κιέριον, Όρθη, Μητρόπολις, Γόμφοι και Αργιθέα, στο ναό του Απόλλωνα στο Μοσχάτο και στο ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς στη Φίλια.

22. Οικία Γεροντόπουλου
Βρίσκεται στο ΝΔ τμήμα της πόλης, κοντά στη διασταύρωση των οδών Δ. Λάππα & Σαρανταπόρου, στα όρια της άλλοτε οθωμανικής συνοικίας «Καρατζά μαχαλά».

Βρίσκεται στο ΝΔ τμήμα της πόλης, κοντά στη διασταύρωση των οδών Δ. Λάππα & Σαρανταπόρου, στα όρια της άλλοτε συνοικίας «Καρατζά μαχαλά». Είναι το μοναδικό σωζόμενο διώροφο κτήριο από την εποχή της τουρκοκρατίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν περίπου 10 οικίες πλούσιων Οθωμανών (κονάκια) σε διάφορες συνοικίες της πόλης. Ήταν διώροφες ή τριώροφες, με περιτοιχισμένες αυλές, αθέατες στο εσωτερικό και ξεχώριζαν από τις πολυάριθμες ισόγειες οικίες των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων. Η τοιχοποιία τους από ξύλινο σκελετό και ωμές πλίνθους, ενισχυμένη με οριζόντιες ξυλοδεσιές και επιχρισμένη και στις δύο όψεις, εδραζόταν σε λίθινο θεμέλιο. Τα εσωτερικά χωρίσματα και το ταβάνι ήταν από τσατμά.
Το κονάκι που σώζεται κτίστηκε το 1861, σύμφωνα με λιθανάγλυφο στο υπέρθυρο, στο οποίο εικονίζεται τζαμί με μιναρέ. Ανήκε στον Οθωμανό κτηματία Χασάν Χουλιάρα. Το 1890 αγοράστηκε από Οθωμανή αντί 130 περίπου οθωμανικών λιρών και το 1899 από την οικογένεια του σημερινού ιδιοκτήτη. Έχει χαρακτηριστική τοξωτή είσοδο, αξονικά τοποθετημένη στην ανατολική πρόσοψη και εξώστη. Δεν αποκλείεται ο ενιαίος χώρος κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του ορόφου να ήταν αρχικά ανοιχτός, σχηματίζοντας χαγιάτι. Στα νότια σωζόταν μέχρι πρόσφατα πρόσκτισμα με σαχνισί, τοιχογραφημένο εξωτερικά με παραστάσεις αγρίων ζώων.
Το κονάκι διέθετε 10 βοηθητικούς χώρους (ντάμια, αχυρώνες, μαγειρείο), χτισμένους σε μια έκταση 15 στρεμμάτων, η οποία χρησίμευε ως καπνότοπος, εικόνα πολύ συνηθισμένη για την αραιοκατοικημένη οθωμανική Καρδίτσα. Στο τυφλό ισόγειο υπήρχαν αποθηκευτικοί χώροι και φαρδύς διάδρομος με σκάλα που οδηγούσε στα τρία μεγάλα δωμάτια του ορόφου.
Παρά τη φθορά του χρόνου και τις επεμβάσεις που δέχτηκε σε διάφορες εποχές (ανοίγματα στο ισόγειο, προσθήκη δυτικά, εσωτερικά χωρίσματα κ.λπ.), το κτήριο εξακολουθεί να αποπνέει την αίσθηση του οθωμανικού παρελθόντος.

23. Πάρκο κυκλοφοριακής Αγωγής
Βρίσκεται στη συνοικία του Αγίου Δημητρίου, ανάμεσα σε δύο συγκροτήματα σχολείων και λειτουργεί από το 2001.

Βρίσκεται στη συνοικία του Αγίου Δημητρίου, ανάμεσα σε δύο συγκροτήματα σχολείων και λειτουργεί από το 2001. Κατασκευάστηκε από τον Δήμο Καρδίτσας με χρηματοδότηση του υπουργείου Μεταφορών και Συγκοινωνιών και με την επιστημονική εποπτεία της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το πάρκο αναπτύσσεται σε έκταση 7 περίπου στρεμμάτων και περιλαμβάνει εξωτερικό δακτύλιο δύο κατευθύνσεων, εσωτερικό οδικό δίκτυο με χαρακτηριστικά αστικού τύπου, ισόπεδους κόμβους, ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, ανεξάρτητη λωρίδα για την κυκλοφορία ποδηλάτων, ξεχωριστό χώρο στάθμευσης, υπερυψωμένη διάβαση πεζών και υπαίθριο αμφιθέατρο για θεωρητική εκπαίδευση.
Είναι ανοιχτό όλο το χρόνο και πραγματοποιεί καθημερινά εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σχολείων από ολόκληρο το νομό και ομάδων επισκεπτών.

24. Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής
Βρίσκεται στo νότιο άκρο της πόλης, στην άλλοτε οθωμανική συνοικία «Καρατζά μαχαλά».

Ο ναός βρίσκεται στo νότιο άκρο της πόλης, στην άλλοτε συνοικία «Καρατζά μαχαλά». Ως το 1897 η περιοχή συνόρευε με το δάσος της Παπαράντζας, το οποίο κάηκε από τους Τούρκους. Στη θέση του ναού υπήρχε από τις αρχές του 18ου αιώνα παρεκκλήσι, αφιερωμένο στον Άγιο Μηνά. Σύμφωνα με τον Χρ. Καλοκαιρινό, το 1835 οι Τούρκοι το μετέτρεψαν σε μικρό τέμενος και στη συνέχεια σε τζαμί, στο οποίο συνέχιζαν να τιμώνται οι Άγιοι Μηνάς και Παρασκευή. Με βάση οθωμανικές πηγές του 19ου αιώνα, στο προαύλιο του τεμένους, που χρησίμευε ως νεκροταφείο, υπήρχε το μαυσωλείο του λόγιου Σεΐχ Τζαφέρ Εφέντη.
Το 1896, επί δημαρχίας Β. Αζά, το τζαμί κατεδαφίστηκε και στη θέση του κτίστηκε ναός αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή. Όταν η Θεσσαλία ανακαταλήφθηκε από τον τουρκικό στρατό, τον Απρίλιο του 1897, ο Τούρκος διοικητής ζήτησε εξηγήσεις για τη μετατροπή του τζαμιού σε ναό. Ο διορισμένος από τις τουρκικές αρχές δήμαρχος Στέργιος Λάππας τού έδωσε τότε τη λακωνική απάντηση «σεις εκκλησίαν είχατε και ημείς εκκλησίαν εκάμαμεν» και, έτσι, ο ναός δεν πειράχτηκε. Ο μιναρές του τζαμιού και η χαρακτηριστική στεγασμένη είσοδος του προαυλίου διατηρούνταν μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα.
Ο ναός δέχτηκε κατά καιρούς προσθήκες, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό της συνοικίας. Στις παραμονές του πολέμου, με πρωτοβουλία του δημάρχου Κ. Χατζημήτρου και του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ, το ισόγειο παράπηγμα αντικαταστάθηκε από κτήριο σε ρυθμό βασιλικής, το οποίο σώζεται, με αρκετές μεταγενέστερες επεμβάσεις, μέχρι σήμερα. Οι εικόνες του τέμπλου είναι από τα τελευταία έργα που φιλοτέχνησε ο καταξιωμένος Καρδιτσιώτης αγιογράφος Ν. Δόντας.
Στα ΒΔ του ναού σχηματιζόταν το χειμώνα μικρή λίμνη, λόγω του ότι οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν το χώμα της περιοχής για την κατασκευή πλιθιών, κύριου οικοδομικού υλικού μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Η «λάκα της Αγίας Παρασκευής», συνυφασμένη με την Καρδίτσα των πλίθινων σπιτιών αλλά και την τελετή ρίψης του Τιμίου Σταυρού τα Θεοφάνεια, αποξηράνθηκε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

25. Σιδηροδρομικός σταθμός
Είναι χτισμένος στα νότια όρια της πόλης. Κατασκευάστηκε το 1885 από τον Ιταλό μηχανικό Evaristo De Chirico, όπως και όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο της Θεσσαλίας, συνολικού μήκους 202 χιλιομέτρων.

Το σιδηροδρομικό δίκτυο της Θεσσαλίας κατασκευάστηκε στο διάστημα 1882-1886 με ανάδοχο τον ομογενή τραπεζίτη Θ. Μαυρογορδάτο και μηχανικό τον Ιταλό Evaristo De Chirico. Αρχικά συνέδεσε το Βόλο με τη Λάρισα (1884), όπου υπήρχαν σταθμοί α’ κλάσης, ενώ παράλληλα κατασκευάστηκε διακλάδωση από το Βελεστίνο μέχρι την Καλαμπάκα, με ενδιάμεσους σταθμούς τα Φάρσαλα, την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα. Το δίκτυο, συνολικού μήκους 202χλμ., είχε στόχο να ενοποιήσει τη θεσσαλική περιφέρεια, να βελτιώσει τις συνθήκες της αγροτικής παραγωγής μειώνοντας το κόστος μεταφοράς και να δημιουργήσει τις αναγκαίες υποδομές του αστικού εκσυγχρονιστικού προγράμματος του Χαρ. Τρικούπη.
Ο συρμός έφθασε στην Καρδίτσα στις 3/5/1885, με πλήθος κόσμου να συρρέει στο σταθμό για να δει το πρωτοφανές θέαμα «αμαξών συρομένων ουχί πλέον δια βοών και ίππων αλλά δι’ ατμού».
Ο σταθμός της Καρδίτσας ήταν χτισμένος στα νότια όρια της πόλης. Ήταν β’ κλάσης, όπως και των Τρικάλων και αρχιτεκτονικά ακολουθούσε δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Αποτελούνταν από ένα κομψό μακρόστενο ισόγειο κτήριο, με διώροφο το κεντρικό του τμήμα. Η δίρριχτη στέγη κατέληγε περιμετρικά σε διάτρητο μεταλλικό γείσο, περίτεχνα διακοσμημένο. Καταστράφηκε με τους σεισμούς του ’54 και ξαναχτίστηκε στα τέλη της ίδιας δεκαετίας.
Από το συγκρότημα των κτηρίων του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού σώζεται σήμερα η αποθήκη εμπορευμάτων, οικίες υπαλλήλων και η χαρακτηριστική γέφυρα από χυτοσίδηρο στον ποταμό Καράμπαλη.

26. Σταθμός επιβητόρων
Βρίσκεται στα νότια της πόλης, στο δρόμο προς τη Λίμνη Πλαστήρα.

Βρίσκεται στα νότια της πόλης, στο δρόμο προς τη Λίμνη Πλαστήρα. Ιδρύθηκε στις παραμονές του πολέμου από το Υπουργείο Γεωργίας με σκοπό τη γενετική βελτίωση των αλόγων και την ανάπτυξη της ιπποπαραγωγής στην Θεσσαλία. Στην επιλογή της Καρδίτσας ως τόπου εγκατάστασης συντέλεσαν οι επίμονες προσπάθειες του δραστήριου μητροπολίτη Ιεζεκιήλ.
Το συγκρότημα των λιθόκτιστων κτηρίων με τις τοξωτές εισόδους, τις ποδιές από συμπαγή τούβλα στους φεγγίτες και την επιμελημένη τοιχοποιία κατασκευάστηκε σε έκταση 200 στρεμμάτων, η οποία παραχωρήθηκε από το Δήμο Καρδίτσας. Περιλάμβανε κατοικίες προσωπικού, στάβλους, αποθήκες, νοσοκομείο ζώων κά. Το έργο διακόπηκε από τον πόλεμο και αποπερατώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Τα δύο πολυβολεία στο προαύλιο χτίστηκαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.
Ο σταθμός στεγάζει σήμερα υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ τα περισσότερα κτήρια παραμένουν αναξιοποίητα.

27. Καμινάδα κεραμοποιείου Οικονόμου
Πίσω από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής σώζεται η καμινάδα του τουβλοκεραμοποιείου των Αφών Οικονόμου.

Πίσω από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής σώζεται η καμινάδα του τουβλοκεραμοποιείου των Αφών Οικονόμου. Ιδρύθηκε στις αρχές του Μεσοπολέμου και ήταν το μοναδικό πετρελαιοκίνητο που λειτούργησε προπολεμικά στην πόλη. Η οκτάγωνη καμινάδα του, ύψους 19 μ., ανάγεται στην φάση ριζικής ανακαίνισης του εργοστασίου, το 1927. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε από το υπουργείο εθνικής οικονομίας για την ευρεσιτεχνία των πεντάτρυπων οπτόπλινθων που παρήγαγε.

28. Μουσείο Ύδρευσης ΔΕΥΑΚ
Βρίσκεται στο άλσος της Παπαράντζας, το οποίο υπήρξε από την εποχή της τουρκοκρατίας ο κατεξοχήν υδροδότης της πόλης, αλλά και ιδεώδης τόπος αναψυχής των Καρδιτσιωτών.

Το μουσείο βρίσκεται στο άλσος της Παπαράντζας, στα νότια της Καρδίτσας. Εκτός από υδροδότης, η Παπαράντζα υπήρξε για περισσότερο από 150 χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικού χώρου της πόλης, ως ιδεώδης τόπος αναψυχής των Καρδιτσιωτών. Το παλιό αντλιοστάσιο μετατράπηκε σε μουσείο από τη Δ.Ε.Υ.Α.Κ. το 2005, με την επιστημονική υποστήριξη του Μουσείου της Πόλης.
Πετρελαιοκινητήρες διαφόρων φάσεων, ηλεκτροκίνητες αντλίες, χλωριωτές κ.ά. εκτίθενται στο φυσικό τους χώρο, πλαισιωμένα με δείγματα από την εξέλιξη του δικτύου (σωλήνες από πηλό, χυτοσίδηρο και αμίαντο, υδρομετρητές κ.ά.), κείμενα και αναπαραγωγές από φωτογραφίες, χάρτες και αρχειακό υλικό. Μέσα από τις 7 πρώτες εκθεσιακές ενότητες μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την ιστορία της ύδρευσης της Καρδίτσας από την εποχή της τουρκοκρατίας, όταν το νερό διοχετευόταν στην πόλη από το πλούσιο υδροφόρο στρώμα της Παπαράντζας μέσα σε πήλινους αγωγούς, μέχρι το 1972, όταν πλέον άρχισε να υδροδοτείται από την τεχνητή λίμνη «Ν. Πλαστήρα». Ορόσημα στην εξέλιξη αυτή αποτέλεσαν το δίκτυο του 1901 – το πρώτο σε θεσσαλική πόλη -, από το οποίο σώζεται ακόμη το λιθόκτιστο κυλινδρικό υδραγωγείο στο βάθος του άλσους, η εγκατάσταση της πρώτης πετρελαιομηχανής το 1927, η ανέγερση του αντλιοστασίου και του υδατόπυργου στη δεκαετία του ’30, η νότια προσθήκη μετά τον Εμφύλιο και η εισαγωγή της ηλεκτροκίνησης στη δεκαετία του ’60.
Η σύγχρονη ιστορία της ύδρευσης, από την ίδρυση της Δ.Ε.Υ.Α.Κ. το 1980, η επεξεργασία του νερού μετά τη γεώτρηση, ο βιολογικός καθαρισμός των λυμάτων, η σύγχρονη αντίληψη γύρω από τη διαχείριση των υδάτινων πόρων είναι τα θέματα που αναπτύσσονται στις υπόλοιπες 3 ενότητες, οι οποίες φιλοξενούνται στη μικρή αίθουσα.
Η έκθεση υποστηρίζεται από δίγλωσσα κείμενα και έντυπα, εκδόσεις, εποπτικούς χάρτες και χρονολόγιο σχετικά με τα μεγάλα τεχνικά έργα στη Θεσσαλία.

ΝΑ τομέας
29. Εθνική Τράπεζα («πέτρινο»)
Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Καραϊσκάκη & Υψηλάντους. Κτίστηκε το 1910 και είναι από τα αξιολογότερα και ελάχιστα σωζόμενα δείγματα δημοσίων κτηρίων των αρχών του 20ου αιώνα.

Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Καραϊσκάκη & Υψηλάντους, στο κεντρικότερο σημείο της πόλης. Κτίστηκε το 1910 και είναι από τα αξιολογότερα δείγματα δημοσίων κτηρίων των αρχών του 20ου αιώνα που σώζονται μέχρι σήμερα. Ανήκε στον δικηγόρο και πολιτικό Κίμωνα Βελλίνη. Το υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην Καρδίτσα, το οποίο βρισκόταν ανέκαθεν στην ίδια θέση, ήταν γ’ τάξης και ιδρύθηκε στις 28 Μαρτίου 1898, δύο μήνες πριν την οριστική αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, τα οποία είχαν καταλάβει την πόλη μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Το διώροφο πετρόκτιστο κτήριο, «κομψόν και μεγαλοπρεπές», έχει νεοκλασικές επιρροές και ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή. Η βάση του - από σειρές καμπύλα επεξεργασμένων λίθων - φέρει παραστάδες και γωνίες από λαξευτούς ορθογώνιους λίθους και ενδιάμεσα τμήματα από εξαγωνικούς. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του είναι τα μονολιθικά μαρμάρινα φουρούσια, τα σιδερένια κιγκλιδώματα και οι καπνοδόχοι της σκεπής.
Το ισόγειο, με την ευρύχωρη κεντρική σάλα, χρησίμευε ως χώρος τραπεζικών συναλλαγών και ο όροφος ως κατοικία του διευθυντή, με ξεχωριστή είσοδο. Το κτήριο διατηρεί την αρχική λειτουργία του και μετά την κατασκευή του καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στην κεντρική πλατεία της πόλης.

30. Οδός Βάλβη
Είναι από τους ελάχιστους τυπικούς εμπορικούς δρόμους του κέντρου της πόλης που διατηρούν τη φυσιογνωμία τους.

Είναι από τους ελάχιστους τυπικούς εμπορικούς δρόμους του κέντρου της πόλης που διατηρούν τη φυσιογνωμία τους. Είχε ονοματοδοτηθεί το 1887 προς τιμήν του πρωθυπουργού Ζηνόβιου Βάλβη (1800-1872) αλλά χρειάστηκε η ολοκλήρωση των έργων της στεγασμένης δημοτικής αγοράς, το 1930, για να διανοιχθεί πλήρως και να αποκτήσει τη μετέπειτα μορφή του, με τα στενομέτωπα καταστήματα με τους φεγγίτες στο πάνω μέρος, τη δίρριχτη στέγη, τα μεταλλικά στέγαστρα στην πρόσοψη και τα πτυσσόμενα ξύλινα κουφώματα, σχεδιασμένα να ανοίγουν και να ενοποιούνται με το δημόσιο χώρο.
Σηματοδοτούσε την αυστηρότερη οργάνωση του αστικού χώρου στο Μεσοπόλεμο, συνδέοντας το διοικητικό κέντρο («πλατεία Δικαστηρίων» και κεντρική πλατεία) με τη Δημοτική Αγορά, της οποίας αποτελούσε νοητή προέκταση.
Η αρχιτεκτονική μελέτη πεζοδρόμησης ολοκληρώθηκε το 2007, ενώ έχει εκπονηθεί μελέτη ανάπλασης των όψεων των κτηρίων. Η εγκατάσταση πολλών κέντρων διασκέδασης, όπως και στη δημοτική αγορά, μεταμορφώνουν σταδιακά τον γραφικό δρόμο σε ζώνη ψυχαγωγίας.

31. Δημοτική Αγορά (Νέα αγορά)
Κατασκευάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και αποτελεί μοναδικό δείγμα μοντέρνας αρχιτεκτονικής από σκυρόδεμα, μέταλλο και γυαλί σε πανελλήνια τουλάχιστον κλίμακα.

Πρόκειται για το χαρακτηριστικότερο αρχιτεκτονικό μνημείο της πόλης. Κτισμένο στο νότιο άκρο της οδού Βάλβη, ενός από τους ελάχιστους παλιούς εμπορικούς δρόμους της Καρδίτσας που διατηρούν το χρώμα τους, σηματοδοτούσε τη σύνδεση με το διοικητικό κέντρο της πόλης («πλατεία Δικαστηρίων») στο άλλο άκρο. Κατασκευάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και αποτελεί μοναδικό δείγμα μοντέρνας αρχιτεκτονικής από σκυρόδεμα, μέταλλο και γυαλί, τουλάχιστον σε πανελλήνια κλίμακα («…όμοιά της δεν υπάρχει εις κανέν βαλκανικόν κράτος…»). Είναι πιθανότατα ένα από τα τελευταία έργα και από τα ελάχιστα σωζόμενα κτήρια αγορών της γαλλικής εταιρείας Hennebique του Francois Coignet, η οποία άρχισε να κατασκευάζει κτήρια από οπλισμένο σκυρόδεμα για δημόσιες χρήσεις από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η κάτοψή του είναι τετραγωνική, με πλευρά 55μ. και ελεύθερο ύψος 18μ.. Αποτελείται από τέσσερα ανεξάρτητα τμήματα σε σχήμα Γ, στα οποία εδράζεται ο μεταλλικός σκελετός της στέγης.
Το επαναστατικό εγχείρημα ήταν πρωτοβουλία του κοσμοπολίτη δημάρχου Αστερίου Αλλαμανή και κόστισε το υπερβολικό για την εποχή ποσό των δέκα εκατομμυρίων δραχμών. Ο διπλασιασμός του δημοτικού φόρου και η κατεδάφιση ενός παλιότερου ημιτελούς κτηρίου, το οποίο είχε αρχίσει να χτίζεται από το 1904 για τον ίδιο σκοπό, προκάλεσαν πολλές δημόσιες αντιδράσεις. Ωστόσο, ακόμα και οι σκληρότεροι επικριτές δεν μπορούσαν να αρνηθούν ότι η συγκέντρωση των κρεοπωλείων, των ιχθυοπωλείων και των οπωροπωλείων της πόλης στο νέο κτήριο απάλλαξε, σε μεγάλο βαθμό, την κεντρική πλατεία από τους μόνιμα εγκατεστημένους πάγκους, θέαμα ασύμβατο «με αυτήν την αξιοπρέπειαν της Καρδίτσης ως πόλεως».
Η «Νέα Αγορά», σύμβολο της εμπορικής ζωής της πόλης για μισό περίπου αιώνα, καταξιώθηκε το 1992 και ως ιστορικό κτήριο, με την κήρυξή της ως Μνημείο Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Η αποκατάσταση και η επανάχρησή της, από το 1998, χάρισαν στην πόλη έναν δυναμικό χώρο, προσανατολισμένο κυρίως σε πολιτιστικές και ήπιες ψυχαγωγικές χρήσεις.

32. Μουσείο Λέσχης Φωτογραφίας & Κιν/φου Καρδίτσας (ΛΕΦΚΚ)
Στεγάζεται σε ισόγειο χώρο της Δημοτικής Αγοράς και λειτουργεί από τον Δεκέμβριο του 2006.

Το μουσείο στεγάζεται σε ισόγειο χώρο της Δημοτικής Αγοράς και λειτουργεί για το κοινό από το Δεκέμβριο του 2006. Φωτογραφικές μηχανές διαφόρων εποχών, αρνητικά όλων σχεδόν των τύπων, ξύλινες μηχανές προβολής κ.ά. εκτίθενται μαζί με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από την Καρδίτσα του 20ου αιώνα, σε έναν χώρο που μετατρέπεται - ανάλογα με τις ανάγκες - σε αίθουσα για περιοδικές φωτογραφικές εκθέσεις, προβολή διαφανειών και κινηματογραφικών ταινιών, καθώς και σεμινάρια φωτογραφίας. Στην ίδια στέγη λειτουργεί σκοτεινός θάλαμος, βιβλιοθήκη, ταινιοθήκη και εντευκτήριο για τα μέλη του συλλόγου και τους φίλους της φωτογραφίας.
Η συλλογή της ΛΕ.Φ.Κ.Κ. άρχισε να συστήνεται το 1978 και αφορά κυρίως στην Καρδίτσα. Σήμερα αριθμεί μερικές χιλιάδες φωτογραφίες και τεκμήρια που σκιαγραφούν την εξέλιξη της τέχνης της φωτογραφίας και του κινηματογράφου από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Εκτός από την καθημερινή λειτουργία της έκθεσης, η ΛΕ.Φ.Κ.Κ. πραγματοποιεί κάθε χρόνο μαθήματα και διαγωνισμούς φωτογραφίας, εκδίδει λευκώματα και βιβλία, πονήματα μελών της κ.ά.. Από τις πιο επιτυχημένες στιγμές στην πορεία της υπήρξε η διοργάνωση του Πανελλήνιου Φεστιβάλ Κινηματογραφικών Ταινιών Μικρού Μήκους στη δεκαετία του ’80.

33. Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου
Βρίσκεται μεταξύ των οδών Κουμουνδούρου & Πλαστήρα, απέναντι από τη Δημοτική Αγορά και την Παλιά Ηλεκτρική.

Βρίσκεται απέναντι από τη Δημοτική Αγορά και την Παλιά Ηλεκτρική, στην οδό Κουμουνδούρου, έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της πόλης. Ο σημερινός ναός θεμελιώθηκε το 1972 στη θέση ξύλινου παραπήγματος από την περίοδο της τουρκικής κατοχής του 1897. Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες, το παράπηγμα υψώθηκε μέσα σε μια νύχτα προκαλώντας την αντίδραση των Τούρκων. Το μπαχτσίσι στον Τούρκο φρούραρχο, καθώς και την ξυλεία για την κατασκευή του, ανέλαβε ο Γ. Αδάμος, ξυλέμπορος με καταγωγή από την Κορυτσά.
Το παράπηγμα κατεδαφίστηκε το 1902 και στη θέση του ανοικοδομήθηκε από εράνους και με προσωπική εργασία των ενοριτών βασιλική μεγάλων διαστάσεων. Στη δεκαετία του ’30 προστέθηκε κωδωνοστάσιο γοτθικού ρυθμού, με δαπάνη του δήμου. Η μοναδική πληροφορία σχετικά με την αγιογράφηση είναι ότι ολοκληρώθηκε με τη ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου από τον Δ. Γιολδάση, στο υπέρθυρο, γύρω στα 1950. Το ψηφιδωτό καταστράφηκε δυστυχώς κατά την κατεδάφιση του ναού, το 1972. Από τον παλιό ζωγραφικό διάκοσμο σώζονται οι συνθέσεις του τέμπλου, πρώιμα έργα του Ν. Δόντα, καθώς και δεκάδες φορητές εικόνες διαφόρων ζωγράφων, οι σημαντικότερες από τις οποίες εκτίθενται στο γυναικωνίτη του ναού.
Ο ναός δέχτηκε πολλές προσθήκες ως το 1971, οπότε αποφασίστηκε η ανέγερση του νέου. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Αθηναίους μηχανικούς αφούς Κυδωνιάτη, ειδικευμένους σε κτήρια ναών και προέβλεπαν αρχικά δύο ορόφους. Μέχρι την ολοκλήρωσή του, το 1977, ο ναός λειτουργούσε στο κτήριο της χριστιανικής αγωγής. Η αγιογράφησή του ολοκληρώθηκε πρόσφατα και είναι έργο των Καρδιτσιωτών Ν. Καυχίτσα, Ζ. Σιατήρα και Χρ. Τσίντζα.

34. Παλιά Ηλεκτρική
Είναι από τα ελάχιστα σωζόμενα βιομηχανικά κτήρια στην πόλη. Χτίστηκε το 1910, απέναντι από τη δημοτική αγορά (το αρχικό κτήριο είχε αρχίσει να οικοδομείται το 1904), ενισχύοντας έναν σημαντικό αστικό πόλο στον αντίποδα της κεντρικής πλατείας.

Είναι το μοναδικό σωζόμενο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην πόλη. Χτισμένο το 1910, συνδέθηκε με την καινοτομία του εξηλεκτρισμού, καθώς και την ενίσχυση ενός σημαντικού αστικού πόλου με εμπορική δραστηριότητα στον αντίποδα της κεντρικής πλατείας (το απέναντι κτήριο της δημοτικής αγοράς άρχισε να κατασκευάζεται το 1904). Την περίοδο της τουρκοκρατίας η περιοχή βρισκόταν στα όρια των συνοικιών «τσαούς» και «μποσταντζή» μαχαλά, όπου υπήρχε το «κοντσιά» (= μεγάλο) τζαμί και δυτικότερα το τουρκικό δημοτικό σχολείο. Με την αθρόα εγκατάσταση Βλάχων από τη Σαμαρίνα και τον Ασπροπόταμο στα τέλη του 19ου αιώνα, ο «μποσταντζή μαχαλάς» (από τότε «βλαχομαχαλάς») ενισχύθηκε δημογραφικά και άρχισε να αστικοποιείται.
Το συγκρότημα του εργοστασίου αποτελείται από δύο ορθογώνιας κάτοψης κτήρια, με παράθυρα πλαισιωμένα από συμπαγή τούβλα, αετωματική επίστεψη με κυκλικό φεγγίτη και δίρριχτες σκεπές. Το ισόγειο λιθόκτιστο κτήριο στέγαζε το μηχανοστάσιο, ενώ το διώροφο, με τη λίθινη τοιχοποιία στο ισόγειο και την τούβλινη στον όροφο, τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις και την κατοικία του διευθυντή. Τα γραφεία στεγάζονταν σε παρακείμενο χαμηλό κτίσμα.
Τον ηλεκτροφωτισμό της Καρδίτσας ανέλαβε με πεντηκονταετές συμβόλαιο ο γνωστός βιομήχανος του Βόλου Μελέτιος Σταματόπουλος. Παρόμοια σύμβαση είχε υπογράψει τρία χρόνια νωρίτερα με τη γειτονική πόλη των Τρικάλων. Η κολοσσιαία για την εποχή δαπάνη ύψους 1,5εκ. δραχμών, η μακροχρόνια δέσμευση και οι ελλείψεις της πόλης σε βασικές υποδομές προκάλεσαν τότε μαζική αντίδραση, με κορυφαία τη σύσταση «πολιτικού» συλλόγου, ο οποίος πρωτοστάτησε στην ενημέρωση του κοινού και στη διοργάνωση συλλαλητηρίων.
Παρά τη δριμεία κριτική και τις καταγγελίες εναντίον του δημάρχου Τσιάμη Λάππα για «ακατανόητον και ύποπτον ηλεκτρίτιδα», το εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί κανονικά από τον Οκτώβριο του 1910, με διευθυντή τον γιο του Μελέτιου, Κωνσταντίνο, και γερμανό μηχανολόγο. Στο Μεσοπόλεμο, το ηλεκτρικό εργοστάσιο απασχόλησε συχνά την τοπική κοινωνία: οι παρατεταμένες διακοπές ρεύματος στο διάστημα 1918-1920, η απεργία του προσωπικού του το 1924, η αντίδραση για τους πένθιμα στολισμένους φανούς τα Χριστούγεννα του 1932 λόγω του θανάτου του ιδιοκτήτη, η μαζική τρίμηνη αποχή των Καρδιτσιωτών από τη χρήση ρεύματος σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις τιμολογιακές αυξήσεις το 1933, ήταν ορισμένες από τις εντονότερες στιγμές στην ιστορία του.
Η λειτουργία του τερματίστηκε το 1957, με την κατάργηση όλων των ιδιωτικών αδειών εκμετάλλευσης ηλεκτρικού ρεύματος, οπότε εξαγοράστηκε από τη Δ.Ε.Η.. Από το 1965 το κτήριο επανήλθε στην κυριότητα του δήμου και τις δύο τελευταίες δεκαετίες η επανάχρησή του για πολιτιστικούς σκοπούς απασχολεί σοβαρά το δήμο Καρδίτσας.

35. Πλατεία Λάππα (Γιολδάση)
Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης, κοντά στο ναό του Αγίου Αλεξάνδρου, το οποίο άρχισε να κατοικείται στη δεκαετία του ’50.

Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης, κοντά στο ναό του Αγίου Αλεξάνδρου, το οποίο άρχισε να κατοικείται στη δεκαετία του ’50. Η περιοχή έχει δομηθεί στο σύνολό της τα τελευταία χρόνια με σύγχρονες πολυκατοικίες, ομοιόμορφης σχετικά αισθητικής. Η πλατεία πήρε την ονομασία από την παρακείμενη οδό, η οποία μεταπολεμικά μετονομάστηκε από Κωνσταντινουπόλεως σε Δ. Λάππα, προς τιμήν του δημάρχου Δημητρίου (Τσιάμη) Λάππα (1907-1914). Μετά την ανακαίνιση της οικίας του ζωγράφου Δ. Γιολδάση (2001), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, η πλατεία μετονομάστηκε σε Γιολδάση.
Η αρχιτεκτονική μελέτη διαμόρφωσης της πλατείας αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση ενός ευρέως φάσματος κοινωνικών και ψυχαγωγικών χρήσεων. Το άλσος, ο ανθόκηπος, η παιδική χαρά, ο χώρος ελεύθερου παιγνιδιού, οι περιμετρικοί πεζόδρομοι με τα ταβερνάκια δημιουργούν έναν ευχάριστο και ήρεμο τόπο ψυχαγωγίας σε πολύ μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης.

36. Οικία Γιολδάση
Βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης. Κτίστηκε την περίοδο 1965-70 ως κατοικία- ατελιέ του γνωστού ζωγράφου Δ. Γιολδάση, ο οποίος έζησε εκεί ως το θάνατό του, το 1993.

Βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης. Κτίστηκε την περίοδο 1965-70 ως κατοικία- ατελιέ του γνωστού ζωγράφου Δ. Γιολδάση, ο οποίος έζησε εκεί ως το θάνατό του, το 1993.
Παρά την αρχιτεκτονική του λιτότητα, το κτήριο παρουσιάζει επιμέρους μορφολογικές αρετές, αποτέλεσμα των ιδιαίτερων αναγκών του καλλιτέχνη και της προσπάθειας να προσδώσει στην κατοικία του προσωπικό ύφος. Η κλιμάκωση των επί μέρους όγκων, οι τονισμένοι άξονες των κλίσεων των στεγών, οι τυφλές τοξωτές εσοχές, τα μεγάλα γωνιακά νότια ανοίγματα, το μικρό πρόσθετο διάφανο δωμάτιο στο δώμα με την ξεχωριστή θέα, η υπερυψωμένη στέγη με τους φεγγίτες στο ατελιέ είναι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κατοικίας.
Μετά τη δωρεά του από την θετή κόρη του Γιολδάση, Στέλλα, το κτήριο, ανακαινίστηκε το 2001 από το Δήμο Καρδίτσας για να στεγάσει κέντρο δημιουργικής απασχόλησης παιδιών και εκθεσιακό χώρο με έργα και προσωπικά αντικείμενα του ζωγράφου.

37. Κέντρο ανοιχτής προστασίας Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ)
Βρίσκεται μεταξύ των οδών Διάκου και Νικηταρά, κοντά στο αθλητικό πάρκο. Είναι το πρώτο βιοκλιματικό δημόσιο κτήριο στο νομό Καρδίτσας και το πρώτο βιοκλιματικό ΚΑΠΗ της χώρας.

Βρίσκεται μεταξύ των οδών Διάκου και Νικηταρά, κοντά στο αθλητικό πάρκο. Είναι το πρώτο βιοκλιματικό δημόσιο κτήριο στο νομό Καρδίτσας και το πρώτο βιοκλιματικό ΚΑΠΗ της χώρας. Προσφέρει υπηρεσίες ψυχαγωγίας και περίθαλψης σε 1.000 μέλη- ηλικιωμένους της πόλης μας. Το κτήριο ολοκληρώθηκε το 2008. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του πραγματοποιήθηκε από το Δήμο Καρδίτσας σε συνεργασία με το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ).
Το κτήριο σχεδιάστηκε με βασική κατεύθυνση τη μέγιστη δυνατή εξοικονόμηση ενέργειας μέσω παθητικών συστημάτων αξιοποιώντας τα ηλιακά κέρδη για τη θέρμανση το χειμώνα και το νυχτερινό αέρα για το δροσισμό το καλοκαίρι σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ηλιοπροστασία. Πρόκειται για ένα επίμηκες διώροφο κτήριο, συνολικού εμβαδού 780 τ.μ., το οποίο αναπτύσσεται στον άξονα ανατολή-δύση, με τη μεγάλη, «ενεργειακή» πλευρά του νότια προσανατολισμένη. Περιλαμβάνει αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, χώρους εργοθεραπείας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και διοίκησης στο ισόγειο, φυσικοθεραπευτήριο και γυμναστήριο στον όροφο και βιβλιοθήκη στο υπόγειο.

38. Μνημείο Εθνικής Αντίστασης
Βρίσκεται στην ανατολική είσοδο της πόλης, σε νησίδα απέναντι από το αθλητικό πάρκο.

Βρίσκεται στην ανατολική είσοδο της πόλης, σε νησίδα απέναντι από το αθλητικό πάρκο. Φιλοτεχνήθηκε το 2004 από τον Καλαμπακιώτη γλύπτη Σώτο Αλεξίου (1937-).
Το μπρούτζινο, ρεαλιστικής τεχνοτροπίας, σύμπλεγμα, με τίτλο «η μάχη της σοδειάς», παριστάνει ζευγάρι αγροτών με κοσιά και δρεπάνι και αντάρτη με υψωμένη γροθιά και εικονογραφεί μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της Εθνικής Αντίστασης: με το σύνθημα «ούτε σπυρί σιτάρι στον κατακτητή» οι αγρότες του θεσσαλικού κάμπου κατάφεραν το καλοκαίρι του 1944, με τη βοήθεια του καρδιτσιώτικου 1/38 συντάγματος ανταρτών του ΕΛΑΣ, να εμποδίσουν τους Γερμανούς να αρπάξουν τη σοδειά τους.

39. Αθλητικό Πάρκο
Βρίσκεται στην ανατολική είσοδο της πόλης και αποτελεί τον πιο πολυσύχναστο και φροντισμένο δημόσιο χώρο άθλησης.

Βρίσκεται στην ανατολική είσοδο της πόλης και αποτελεί τον πιο πολυσύχναστο και φροντισμένο δημόσιο χώρο άθλησης.
Κατασκευάστηκε από το Δήμο Καρδίτσας το 1996 για να διευρύνει τις ήδη υπάρχουσες γειτονικές εγκαταστάσεις του Δημοτικού Αθλητικού Κέντρου, οι οποίες περιλαμβάνουν στάδιο, κολυμβητήριο και κλειστό γυμναστήριο. Ο χώρος χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν ως ζωαγορά και κατασκήνωση τσιγγάνων.
Το αθλητικό πάρκο διαθέτει σε μια έκταση 25 στρεμμάτων διαδρόμους για περπάτημα και τρέξιμο, βαλβίδες ρίψεων (ακόντιο, σφαίρα), 2 γήπεδα τέννις και 2 μπάσκετ, ενώ χρησιμοποιείται και ως γήπεδο ποδοσφαίρου, χώρος για προπονήσεις του αθλητικού γυμνασίου, σχολικές εκδρομές και συναυλίες νεανικών μουσικών σχημάτων.

40. Δημοτικά Σφαγεία
Βρίσκονται στην ανατολική είσοδο της πόλης, στον κόμβο της περιφερειακής οδού, δίπλα στη γέφυρα του ποταμού Καράμπαλη.

Βρίσκονται στην ανατολική είσοδο της πόλης, στον κόμβο της περιφερειακής οδού, δίπλα στη γέφυρα του ποταμού Καράμπαλη. Το ισόγειο επίμηκες κτίριο, κατασκευασμένο από πέτρα στα τέλη της δεκαετίας του ’20, έχει χαρακτηριστική αετωματική επίστεψη στις δύο εισόδους και οδοντωτή διακοσμητική ταινία από συμπαγή τούβλα στη βάση της στέγης.
Σφαγεία και αγορά, δύο υποδομές συνδεδεμένες «πολύ στενώς με την υπόστασιν και την έννοιαν της πόλεως», ολοκληρώθηκαν το 1929 χάρη στις συστηματικές εκσυγχρονιστικές προσπάθειες του δημάρχου Αστ. Αλλαμανή και παρά τη γενικευμένη δυσπιστία που γεννούσε η επί δεκαετίες ημιτελής αγορά. Μέχρι τότε παντού στην πόλη έβλεπε κανείς κρέατα κρεμασμένα «αδιάφορον αν το κατάστημα είναι και αδαμαντοπωλείον». Τα ζώα σφάζονταν στα πεζοδρόμια πλημμυρίζοντας τα ρείθρα και περιβάλλοντας την Καρδίτσα με «μανδύα ρυπαρότητος». Αποφασιστική για την κατασκευή τους στάθηκε η γενική αγανάκτηση που προκάλεσε η έλλειψη κρέατος, μετά την αστυνομική απαγόρευση της σφαγής ζώων «εντός της πόλεως, θέλουσα να τερματίση την αθλιότητα αύτην», τον Ιούνιο του 1923. Η επαναστατική κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει, έστω και εσπευσμένα και σπασμωδικά, τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία μετά τη μαζική εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων, παρά το γεγονός ότι στην πόλη ο αριθμός τους ήταν μικρός.
Στις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η κατασκευή νέας μεγάλης γέφυρας στον ποταμό Καράμπαλη από την βρετανική εταιρεία Boot, η οποία κατασκεύασε τα υδραυλικά και αντιπλημμυρικά έργα της Θεσσαλίας, άλλαξε δραστικά το ανάγλυφο της περιοχής «βυθίζοντας» οπτικά το κτήριο. Η εγκατάλειψή του τις τελευταίες δεκαετίες έχει ανοίξει ένα νέο πεδίο προβληματισμού αναφορικά με την επανάχρηση και την αξιοποίησή του.

41. Καράμπαλη
Διαρρέει την περιοχή ανατολικά της πόλης προσεγγίζοντάς την στο ύψος των παλιών δημοτικών σφαγείων.

Διαρρέει την περιοχή ανατολικά της πόλης προσεγγίζοντάς την στο ύψος των παλιών δημοτικών σφαγείων. Πηγάζει από το όρος Ίταμος και εκβάλλει στον παραπόταμο του Ενιππέα Καλέντζη. Αν και ήταν ανέκαθεν μικρής σχετικά παροχής, τα νερά της εξασφάλιζαν τη λειτουργία των νερόμυλων της πόλης. Οι συχνές πλημμύρες της στο παρελθόν, λόγω της αδιαμόρφωτης κοίτης με την πυκνή βλάστηση, είχαν ευεργετικά για τη γεωργία αποτελέσματα.
Το ποτάμι συνδέθηκε διαχρονικά με διάφορες ψυχαγωγικές δραστηριότητες, όπως το κολύμπι, το ψάρεμα και το κυνήγι. Στη γέφυρα της παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής οι Καρδιτσιώτες γιόρταζαν παραδοσιακά μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες τα κούλουμα, χορεύοντας μεταμφιεσμένοι, παίζοντας γαϊτανάκι, διασχίζοντας με άλογα το ποτάμι και «πνίγοντας το σκυλί».
Ο καθαρισμός της κοίτης της Καράμπαλης και η νοτιοανατολική επέκταση της πόλης δημιούργησαν τα τελευταία χρόνια ένα νέο πεδίο προβληματισμού σχετικά με την αξιοποίηση του καταπράσινου αλλά υποβαθμισμένου ποταμού.

42. Παλέρμο
Βρίσκεται στο νότιο άκρο της πόλης, πέρα από τη σιδηροδρομική γραμμή.

Βρίσκεται στο νότιο άκρο της πόλης, πέρα από τη σιδηροδρομική γραμμή. Η ανεκμετάλλευτη δημοτική έκταση, επιφάνειας 50 περίπου στρεμμάτων, άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1957 ως γήπεδο προπόνησης και ποδοσφαιρικών συναντήσεων, αφού διαμορφώθηκε πρόχειρα από τα μέλη της νεοσύστατης συνοικιακής ερασιτεχνικής ομάδας «Ρεάλ» (μετέπειτα Α.Ο.Κ.). Το «Παλέρμο» (από την διάσημη ποδοσφαιρική ομάδα της Ιταλίας) αποτέλεσε από τότε σημείο αναφοράς για την αθλητική και μαθητική ζωή της πόλης.
Η κατασκευή των εργατικών πολυκατοικιών και η δημιουργία της συνοικίας «Καροπλεσίτικα» νοτιότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ενσωμάτωση του «Παλέρμου» στον οικιστικό ιστό της πόλης.
Το εκσυγχρονισμένο πλέον πάρκο, περιλαμβάνει από το 2000 τρία γήπεδα ποδοσφαίρου, πέντε γήπεδα μπάσκετ, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου 5Χ5, τέσσερα γήπεδα τένις καθώς και δεντροφυτεμένο περιμετρικό διάδρομο για πεζοπορία και τρέξιμο.